Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Πολιτική φυγής του ΚΚΕ από το πραγματικό πεδίο της ταξικής πάλης


Με προμετωπίδα «την επόμενη μέρα χρειάζεσαι δυνατό ΚΚΕ» δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο «Ριζοσπάστη» της 4.1.2015, το κάλεσμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ προς τον ελληνικό λαό για τις βουλευτικές εκλογές της 25.1.2015.
Το κάλεσμα, αναπαράγοντας ένα συνθηματολογικό μοτίβο που χρόνια τώρα το ΚΚΕ λανσάρει στις εκλογές, επαναλαμβάνει ότι «χρειάζεται ένα δυνατό ΚΚΕ στη Βουλή» για «να έχει ο λαός πού να ακουμπήσει» και ζητεί «να ψηφίσουν το ΚΚΕ παντού» για «να δυναμώσει η λαϊκή αντίσταση και πάλη» και «ν’ ανοίξει ο δρόμος στην προοπτική της εργατικής-λαϊκής εξουσίας».
Από την πυκνότητα και την ένταση των εκκλήσεων για «δυνατό ΚΚΕ την επόμενη μέρα των εκλογών», αλλά και από την έκταση που αφιερώνει στην πολεμική προς τον ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται πως το ΚΚΕ τελεί υπό το άγχος τού εκλογικού αποτελέσματος, καθώς νοιώθει ισχυρή την πίεση του ΣΥΡΙΖΑ που –από τις εκλογές του 2012- αφαιμάσσει την εκλογική βάση του.

Το αν τα πράγματα έχουν φτάσει σ’ αυτό το σημείο, ώστε το πιο συμβιβασμένο κόμμα -του άλλοτε «ανανεωτικού» ευρωκομμουνιστικού ρεφορμισμού - που αναφέρεται στην Αριστερά, να έχει αποκτήσει, σήμερα, με μια πολιτική πλήρους αποκομμουνιστικοποίησης, προχωρημένης σοσιαλδημοκρατικοποίησης και ενσωμάτωσης στο αστικό σύστημα και απροκάλυπτης υποστήριξης της ΕΕ, προβάδισμα εκλογικής επιρροής στον αριστερό και δημοκρατικό κόσμο, δεν είναι άμοιρο της διαχρονικής πολιτικής του ΚΚΕ. Της ρεφορμιστικής πολιτικής, που οδήγησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 σε συγχώνευση του ΚΚΕ -στα πλαίσια του ΣΥΝ- με την πολιτική που αποτελεί τις ρίζες του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ. Της ρεφορμιστικής πολιτικής που, παλιότερα, πρόσφερε στο ΠΑΣΟΚ το έδαφος να αλώσει τον κόσμο της Αριστεράς και τώρα με την αποσύνθεση του ΠΑΣΟΚ έχει δώσει τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να πράττει το ίδιο. Γεγονός που πιστοποιεί μια ταυτότητα πολιτικής του ΚΚΕ, η οποία έχει οδηγήσει και οδηγεί σε αποξένωση από τις εργατικές, λαϊκές μάζες και διευκολύνει την αστική και φιλοαστική πολιτική να τις χειραγωγούν.
Η ΚΕ του ΚΚΕ προσπαθεί να προσελκύσει την αριστερή και λαϊκή ψήφο, γράφοντας, χαρακτηριστικά, στο κάλεσμά της: «Γνωρίσατε το ΚΚΕ ως σταθερή, αλύγιστη δύναμη σε κάθε αντεργατική- αντιλαϊκή επίθεση. Γνωρίζετε τι έκανε το ΚΚΕ 96 χρόνια, ποιος ήταν η μοναδική δύναμη εργατικής-λαϊκής αντιπολίτευσης, μέσα κι έξω από τη Βουλή, τα τελευταία 3 χρόνια, από τις εκλογές του 2012. Γνωρίσατε όμως κι ότι η εκλογική μείωση του ΚΚΕ στοίχισε στη δυναμική και μαζικότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος».
Είναι ορατή εδώ, μια απεγνωσμένη προσπάθεια απόσπασης εκλογικής στήριξης του ΚΚΕ με την άθροιση «επιχειρημάτων» που άλλα προβάλλουν μια πλασματική εικόνα της πολιτικής και της στάσης του ΚΚΕ στους αγώνες, άλλα - παρά την ηχηρή αντικεφαλαιοκρατική φρασεολογία του ΚΚΕ- προδίδουν έναν αθεράπευτο ρεφορμισμό και άλλα βασίζονται στην καπηλεία της επαναστατικής ιστορίας του ΚΚΕ. Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτά τα «επιχειρήματα».
***
Ποια πολιτική προβάλλει το ΚΚΕ τα χρόνια των μνημονίων;
Την πολιτική που εμφάνισε τα μνημόνια ως «μέτρα που ήταν προαποφασισμένα» και το χρέος ως «πρόσχημα (!) για τις προκαθορισμένες αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις» που «ήθελε να πάρει το κεφάλαιο και η ΕΕ». Πολιτική στην οποία επιμένει το κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ για τις βουλευτικές εκλογές, ισχυριζόμενο πως «τα παλιά και νέα αντιλαϊκά μέτρα δεν είναι απλά και μόνο απαιτήσεις των δανειστών. Είναι εδώ και χρόνια κατευθύνσεις της ΕΕ, η στρατηγική του μεγάλου κεφαλαίου στην Ελλάδα και την Ευρώπη, για να γίνει ακόμα πιο φτηνό το εργατικό δυναμικό».
Σύμφωνα μ’ αυτήν τη θέση, η οικονομική κρίση του καπιταλισμού και η οξύτητα με την οποία εκδηλώθηκε στην Ελλάδα, φέρνοντάς την σε χρεοκοπία εξαιτίας της ξένης εξάρτησης της οικονομίας της, δεν έχει προκαλέσει κάποια ξεχωριστή μεταβολή στις οικονομικές εξελίξεις ούτε έχει ιδιαίτερη επίδραση στην ασκούμενη κρατική πολιτική, αλλά όλα εξελίσσονται, σε ρυθμούς και σε ένταση, σύμφωνα με τη γενική ρουτίνα που προϋπήρχε από «τις κατευθύνσεις της ΕΕ και τη στρατηγική του μεγάλου κεφαλαίου».Το πρακτικό αντίκρισμα αυτής της πολιτικής εκτίμησης του ΚΚΕ είναι η παραγνώριση της ειδικής σημασίας του πολιτικού στόχου της ανατροπής των μνημονίων. Παραγνώριση που συνδέεται και με το ότι το ΚΚΕ δεν βλέπει στα μνημόνια μια μορφή βαθέματος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας.
Μη αναγνωρίζοντας ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα εξαρτημένη και έχοντας διακηρύξει ότι «ο όρος εθνική ανεξαρτησία δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες» και «δεν τίθεται θέμα εθνικής ανεξαρτησίας για την Ελλάδα», το ΚΚΕ στέκεται τυφλό μπροστά σε μια κατάσταση όπου η Ελλάδα έχει τεθεί υπό την άμεση εποπτεία και «αξιολόγηση» της ΕΕ και του ΔΝΤ, όπου τοποτηρητές της τρόικας καθορίζουν τις οικονομικές εξελίξεις και την πολιτική της χώρας. Το αποτέλεσμα είναι με την πολιτική του να βγάζει από το στόχαστρο του αριστερού και λαϊκού κινήματος μια από τις θεμελιώδεις αιτίες των δεινών του τόπου και του ελληνικού λαού, το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας μας και της πολιτικής της υποτέλειας της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης.
Το ΚΚΕ ζητεί τη λαϊκή ψήφο γιατί - όπως γράφει στο προεκλογικό κάλεσμά του- «όποια και αν είναι η κυβέρνηση την επόμενη μέρα θα είναι εδώ το κεφάλαιο και τα μονοπώλια», «θα είναι εδώ η εξουσία του κεφαλαίου, το κράτος που υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων», «θα είναι εδώ το δυσβάσταχτο χρέος», όμως πουθενά στο κάλεσμα αυτό δεν θα βρει κανείς ότι «την επόμενη μέρα» «θα είναι εδώ» και το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της υποτέλειας. Από την «πάλη για την ανατροπή» που υπόσχεται η ΚΕ του ΚΚΕ, την επόμενη των εκλογών, λείπει παντελώς η πάλη για την ανατροπή του καθεστώτος της ξένης εξάρτησης, για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας.
Η πολιτική του ΚΚΕ που απορρίπτει την πάλη για εθνική ανεξαρτησία δεν έχει μόνο σα συνέπεια ότι εκχωρεί αυτό το θεμελιώδες αίτημα σε διάφορους εθνοκάπηλους και τους αφήνει να νέμονται τα πατριωτικά αισθήματα του ελληνικού λαού που βιώνει με οργή την ιμπεριαλιστική κηδεμονία. Αλλά και ότι αφυδατώνει την πάλη ενάντια στη μνημονιακή πολιτική από το ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενό της, την αποσυνδέει από τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, από τον αγώνα ενάντια στο σύστημα της εξάρτησης και της υποτέλειας που υπαγορεύει και κατευθύνει αυτήν τη βάρβαρη αντιλαϊκή επίθεση.
Η απονεύρωση και η υποτίμηση του στόχου της ανατροπής των μνημονίων και η υποκατάστασή του με το αίτημα «της λαϊκής εξουσίας» που «θα λύσει τα προβλήματα» δεν αποτελεί, στην ουσία, παρά έκφραση μιας πολιτικής φυγής από το πραγματικό πεδίο κοινωνικής και πολιτικής πάλης και αδυναμίας συσπείρωσης και κινητοποίησης των εργατικών και λαϊκών μαζών. Η πολιτική αυτή έχει την έκφρασή της μέσα στους μαζικούς αγώνες όπου το ΚΚΕ συνεχίζει να λειτουργεί σαν παράγοντας διάσπασης των κινητοποιήσεων των εργαζομένων σε βαθμό, μάλιστα, όπως έγινε με το σαββατιάτικο συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ, της 1ης Νοέμβρη του 2014, να τοποθετεί ανταγωνιστικά τις δικές του κινητοποιήσεις απέναντι σε εκείνες των άλλων συνδικάτων.
Το ΚΚΕ δεν παύει να αντιμετωπίζει την κάμψη των λαϊκών αγώνων σαν ζήτημα «ευθύνης του λαού» («ο λαός έχει την ευθύνη να μην είναι παθητικός», γράφει στο προεκλογικό κάλεσμά της η ΚΕ του ΚΚΕ) θέλοντας να καλύψει την ευθύνη του για την κατάσταση που έχει περιέλθει το λαϊκό κίνημα. Κάτω από αυτήν τη λογική, που κρύβει τη δική του υπόκλιση στις δυσκολίες του αγώνα, έχει μετατρέψει, σε πολλές περιπτώσεις, την υποχώρηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος σε άλλοθι απόρριψης πιο αποφασιστικών κινητοποιήσεων και απεργιακών αγώνων και σε δικαιολογία περιορισμού της έκτασής τους, ενώ σε κρίσιμες κινητοποιήσεις, όπως η απεργία των καθηγητών στις εξετάσεις το 2013, αναδείχτηκε όχι σε «δύναμη εργατικής αντιπολίτευσης σταθερή και αλύγιστη», όπως κομπάζει προεκλογικά το ΚΚΕ, αλλά, αντίθετα, σε δύναμη δραπέτευσης από την ταξική σύγκρουση.
***
Ωστόσο, αν και η πολιτική του έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, το ΚΚΕ μπροστά στις εκλογές προσπαθεί να ενδυθεί τη στολή του κόμματος της «λαϊκής αντίστασης και πάλης», το οποίο στέκεται αντίθετο στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που «περιορίζει τη λαϊκή συμμετοχή στις εκλογές». Προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα του κόμματος που καλεί σε αγώνες γιατί «την επόμενη μέρα» των εκλογών τα προβλήματα πάλι «θα είναι εδώ». Πουθενά το ΚΚΕ, όμως, δεν λέει ότι οι όποιες εκλογές –και όχι μόνο αυτές- δεν μπορούν να δώσουν πραγματικές λύσεις στα λαϊκά προβλήματα, ότι οι εκλογές δεν μπορούν να είναι ο δρόμος για την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος, για μια ριζική πολιτική και κοινωνική αλλαγή και δεν είναι τυχαίο το ότι δεν χρησιμοποιεί αυτό το επιχείρημα για να αντιπαρατεθεί στο ΣΥΡΙΖΑ.
Το αντίθετο, μάλιστα, το προεκλογικό κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ προβάλλει τη θέση πως «η εκλογική μείωση του ΚΚΕ στοίχισε στη δυναμική και μαζικότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος». Σύμφωνα με αυτήν τη θέση οι εκλογές είναι όρος ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος . Το εκλογικό ποσοστό, η κάλπη των βουλευτικών εκλογών γίνονται πρωταρχικός παράγοντας για τη «δυναμική και τη μαζικότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος». Και η ψήφος ανάγεται σε προϋπόθεση για να δυναμώσει το λαϊκό κίνημα.
Αυτή η εκλογική-κοινοβουλευτική αντίληψη ενίσχυσης του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού λαϊκού κινήματος που προβάλλει προεκλογικά η ηγεσία του ΚΚΕ, με στόχο να τραβήξει αριστερούς και λαϊκούς ψήφους, η αντίληψη πως η δύναμη του εργατικού-λαϊκού κινήματος εξαρτάται από το κοινοβουλευτικό ποσοστό του ΚΚΕ, δεν αποδείχνει παρά πόσο δέσμιο της ρεφορμιστικής πολιτικής παραμένει το ΚΚΕ, της πολιτικής που θέτει στο επίκεντρο τις βουλευτικές εκλογές και θέλει παράρτημα του κοινοβουλευτικού αγώνα την πάλη του λαϊκού κινήματος. Στην πραγματικότητα αυτή η θέση που διατυπώνει με αφορμή τις εκλογές δεν είναι παρά προέκταση της συνολικής ρεφορμιστικής αντίληψής του, που θεωρεί πως η προοπτική προς την «εργατική-λαϊκή εξουσία» μπορεί να ανοίξει μέσα από τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Άλλωστε, μόλις πριν ένα μήνα, ο Γ.Γ. του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπας, περιέγραψε, σε συνέντευξη Τύπου (Ριζοσπάστης 7.12.2014), την πολιτική και το δρόμο που βλέπει το ΚΚΕ να οδηγεί στην «εργατική-λαϊκή εξουσία», σαν μια πορεία «αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων μέσα κι έξω από τη Βουλή και στο Ευρωκοινοβούλιο, παντού….για να έχουμε τελικά αυτό που παλεύουμε: Μια διακυβέρνηση, μια εργατική –λαϊκή εξουσία, πραγματική όμως αυτήν τη φορά…….Και σε αυτή την περίπτωση το ΚΚΕ θα δώσει το «παρών» του στη διακυβέρνηση…». Σαν μια πορεία όπου «το εργατικό-λαϊκό κίνημα … θα οργανώσει την πάλη του με στόχους ριζοσπαστικούς, που θα στρέφονται και θα έχουν κατεύθυνση συνολικά ενάντια στο σύστημα και τα μονοπώλια, θα στρέφονται ενάντια στην ΕΕ που είναι η τρόικα και το ΔΝΤ, ενάντια στις δεσμεύσεις που έχει η χώρα, γιατί μόνο έτσι, μια τέτοια διακυβέρνηση, αν προκύψει με εκλογές και με κινητοποίηση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα, θα μπορέσει να κάνει πράξει φιλολαϊκά μέτρα» (υπογρ. Λ.Δ.).
Η περιγραφή του Γ.Γ. του ΚΚΕ αντιστοιχεί σε μια ρεφορμιστική πολιτική που επιδιώκει αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων μέσα κι έξω από τη Βουλή και στο Ευρωκοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας το λαϊκό κίνημα, για να προκύψει με εκλογές μια φιλολαϊκή διακυβέρνηση στην οποία «θα δώσει παρών το ΚΚΕ» ( «με κορμό το ΚΚΕ» κατά την ορολογία του ΣΥΡΙΖΑ»). Δείχνει πως η διαφορά πορείας που το ΚΚΕ χαράζει για την «ανατροπή» σε σχέση με εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να κάνει μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» χωρίς «να έχει δυναμώσει τη λαϊκή κινητοποίηση» -όπως τον επικρίνει το προεκλογικό κάλεσμα της ΚΕ του ΚΚΕ- το ΚΚΕ επιδιώκει μια διακυβέρνηση «εργατικής-λαϊκής εξουσίας» που θα προκύψει από εκλογές αλλά με κινητοποιημένο το λαϊκό παράγοντα για «να κάνει πράξη τα φιλολαϊκά μέτρα»…
Με αυτού του είδους την πολιτική που πατά σε ρεφορμιστικό έδαφος, το ΚΚΕ όχι μόνο κινείται έξω από μια πραγματικά αριστερή γραμμή αλλά και αποτελεί μια κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία στο βάθος της ηχεί κούφια και εξηγεί γιατί η εκλογική βάση και επιρροή του ΚΚΕ έχει γίνει τόσο ευάλωτη στις σοσιαλδημοκρατικές πιέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (όπως και παλιότερα του ΠΑΣΟΚ).
***
Κι όμως η ηγεσία του ΚΚΕ, παρόλο που με την πολιτική της στέκεται μακριά και από τον επαναστατικό δρόμο προς τη λαϊκή εξουσία, για την προσέλκυση των ψήφων δεν παύει να συνεχίζει να καπηλεύεται την κληρονομιά του επαναστατικού ΚΚΕ, να χρησιμοποιεί σαν ψηφοθηρικό εργαλείο το «τι έκανε το ΚΚΕ 96 χρόνια», ανακατώνοντας την ηρωική πορεία του ΚΚΕ των χρόνων του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ με τη ρεβιζιονιστική - προδοτική των αρχών του κομμουνιστικού κινήματος- πορεία του μετά το 1956, εξισώνοντας ανιστόρητα και απαράδεκτα την αγωνιστική περίοδο του με την περίοδο όπου κυριάρχησε σ’αυτό η συμβιβαστική-ρεφορμιστική γραμμή, η οποία οδήγησε το αριστερό-κομμουνιστικό κίνημα και το εργατικό-λαϊκό κίνημα στη σημερινή μεγάλη υποχώρησή του.
Η επίκληση της ιστορίας του ΚΚΕ για την προσέλκυση ψήφων από τη σημερινή ηγεσία του είναι πέραν των άλλων και υποκριτική. Γιατί είναι γνωστό πως η ηγεσία του ΚΚΕ έχει δρομολογήσει, τα τελευταία χρόνια, υπό την επωνυμία της «αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ», τη γενική αναθεώρηση της ιστορίας του καθώς και της ιστορίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Μια αναθεώρηση που απορρίπτει τη γενική γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς της εποχής του Λένιν και του Στάλιν, της ανόδου του κομμουνιστικού κινήματος και των νικηφόρων σοσιαλιστικών και λαϊκοδημοκρατικών επαναστάσεων. Που απορρίπτει την πολιτική των λαϊκών αντιφασιστικών μετώπων και θεωρεί πως ήταν λάθος η εκτίμηση του κομμουνιστικού κινήματος πως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε αντιφασιστικό χαρακτήρα, αναπαράγοντας στην ουσία τις τροτσκιστικές θέσεις. Μια αναθεώρηση που, με λίγα λόγια, απορρίπτει τη βάση της πολιτικής πάνω στην οποία το ΚΚΕ κατάφερε να επιτύχει το δυνάμωμα του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, και να πραγματοποιήσει την εποποιία του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ του ΔΣΕ, την οποία, όμως, αν και απορρίπτει, οπορτουνιστικά σπεύδει να εκμεταλλευθεί τη λάμψη της κινούμενο ψηφοθηρικά, ενόψει των βουλευτικών εκλογών.
***
Για ποια πολιτική, λοιπόν, ζητά την ψήφο του αριστερού κόσμου η ΚΕ του ΚΚΕ; Για μια πολιτική που έχει βάλει στο περιθώριο το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας και στέκεται αντίπαλος της λαϊκής πάλης ενάντια στην πολιτική της ξένης εξάρτησης και της υποτέλειας.
Για μια πολιτική που έχει υποβαθμίσει τη σημασία και έχει διαστρεβλώσει το περιεχόμενο του αντιμνημονιακού αγώνα. Που εξακολουθεί να ενεργεί αντιενωτικά στις εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις.
Για μια πολιτική που βαδίζει σ’ ένα ρεφορμιστικό δρόμο, τον οποίο σκεπάζει με μια άδεια επαναστατική λογοκοπία περί εργατικής-λαϊκής εξουσίας.
Για μια πολιτική που έχοντας από χρόνια στην πράξη αναιρέσει και αρνηθεί τις επαναστατικές αρχές του κομμουνιστικού κινήματος, επεκτείνεται τώρα και στη θεωρητική αποκαθήλωση της επαναστατικής ιστορίας του ΚΚΕ.
Όλα τούτα θα πρέπει να τα ζυγίσει ο κόσμος της Αριστεράς όχι μόνο όταν θα πάει στην κάλπη αλλά και για τη θέση του σε σχέση με το ΚΚΕ μέσα στους ιδεολογικούς, πολιτικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου