Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΡΣΕΝΑΛ (Οπλοστάσιο) του ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΝΤΟΒΖΕΝΚΟ Σοβιετική Ένωση (1928 -1929)

Στην αξεπέραστη δημιουργία του ’29 και δεύτερο μέρος της “τριλογίας του πολέμου” ο Ντοβζένκο, εμπνέεται από την πραγματική ιστορία της γνωστής ως “εξέγερσης του Ιανουαρίου” στο Κίεβο του 1918.
      Από την άνοιξη του 1917 και τη ρημαγμένη από τη γερμανική κατοχή Ουκρανία (η οθόνη κατακλύζεται από αλλεπάλληλα πλάνα εξαθλίωσης κι ερήμωσης), μεταφερόμαστε στο Κίεβο του 1918, πριν ακόμα τη συνθηκολόγηση των Γερμανών, όπου οι πάνοπλοι εθνικιστές διαδηλώνουν και συσπειρώνονται, αποφασισμένοι να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την εξουσία.
      Στα χαρακώματα οι στρατιώτες εξεγείρονται, κι όταν ένα τραίνο που μεταφέρει φαντάρους στο μέτωπο εκτροχιάζεται, ο μπολσεβίκος Τιμόχ παρασύρει τους συντρόφους του στην επιστροφή στο Κίεβο, όπου ο εθνικιστής Πετλιούρα επιχειρεί να κατατάξει στο στρατό του τους αποστρατευμένους.
      Ο Τιμόχ αρνείται να καταταγεί, και καταφεύγει μαζί με τους συντρόφους του στο οπλοστάσιο του Κιέβου, όπου οργανώνουν την εξέγερσή τους. Η σύγκρουση δεν αργεί.

 Από τον Γάλλο κριτικό που είχε αποφανθεί για τον “Θάνατο στη Βενετία” (1970) του Λουκίνο Βισκόντι: “Αυτή δεν είναι ταινία αλλά ποίημα”, είχε πιθανότατα διαφύγει το “Αρσενάλ” του Αλεξάντρ Πέτροβιτς Ντοβζένκο, το οποίο επαναπροβάλλεται από τον Ιούλιο στις αθηναϊκές οθόνες.
 Κι η αλήθεια είναι ότι το να συνθέσει κανείς ένα φιλμικό ποίημα με τα μέσα της δεκαετίας του ’20 στη σοβιετική Ουκρανία, απέχει έτη φωτός- και δυσκολίας - από την κινηματογραφική Μέκκα της Ευρώπης του ’70. Ίσως πάλι το “Αρσενάλ” να είναι κι η αδιαφιλονίκητη απόδειξη πως για τη μεγάλη τέχνη αρκεί το ασυμβίβαστο όραμα και το ασί­γαστο πάθος  
 Πρωτοποριακός με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου, ο Ντοβζένκο υπερβαίνει κάθε δοσμένη ως τότε αντίληψη για την κινηματογραφική αφήγηση, συν­θέτοντας την ακραία ρεα­λιστική απεικόνιση της βίας (το ξέσπασμα του ανάπηρου βετεράνου στο άλογό του – η ένοπλη σύγκρουση) με την επικολυρική απόδοση (η αντίσταση των μπολσεβίκων στις εκτελέσεις) και τη σουρεαλιστική αποστροφή (το ζωντάνεμα του πίνακα με τον Ουκρανό ήρωα – το ακορντεόν που παραλληλίζεται με τον εκτροχιασμό – τα άλογα που διαλέγονται) τόσο εμπνευσμένα, που δυσκολεύεται να φανταστεί κανείς μιαν αντίστοιχη συμβατική προσέγγιση.     
  Σύμφωνα με τον Αϊζενστάιν, το “Αρσενάλ” αποτελεί παρά­δειγμα της «απελευ­θέρω­σης   της όλης δράσης από τους κανόνες του χώρου και του χρόνου», μιας   «δραματουργίας της οπτικής μορφής του φιλμ».[«Μια δια­λεκτική προσέγγιση της κινηματογραφικής φόρμας» – Film Form, φθινόπωρο 1929].
 Ο Γάλλος συγγραφέας Ανρί Μπαρμπύς (1874-1935), απο­φαίνεται στα 1931 για την ιδιότυπη δομή της ταινίας: «…ακόμα κι όταν ο συνδετικός ειρμός φαινόταν να εξαφανίζεται, η αισθητική του δράματος ποτέ δεν απουσίαζε· η ταινία αύξανε σε σωρευτικό απο­τέλεσμα φέρνοντας μαζί της την ενότητα και την αλληλουχία που ήταν αναγκαίες για την κατανόηση του δράματος...»
Ο ίδιος ο Ντοβζένκο, σημειώνει για τη δημιουργική του προσέγγιση: «Εκείνο τον καιρό, μου έλειπε η αναγκαία θεωρητική γνώση για έναν ολοκληρωμένο χειρισμό τέτοιου θέματος. Σε ό,τι με αφορούσε προβλήματα ύφους ή μορφής δεν υπήρχαν. Εργαζόμουν σαν τον στρατιώτη που πολεμάει τον εχθρό, χωρίς να σκέφτεται κανόνες ή θεωρία».
«…Έγραψα το σενάριο μέσα σε 15 μέρες, το γύρισα και το εξέδωσα σε έξι μήνες… Το  Αρσενάλ είναι μια ολοκληρωτικά πολιτική ταινία. Κάνοντάς την, έβαλα δύο καθήκοντα στον εαυτό μου: Να ξεσκεπάσω τον αντιδραστικό ουκρανικό εθνικισμό και σωβινισμό, και να γίνω ο ποιητής των εργατών της Ουκρανίας που είχαν ολοκληρώσει την κοινωνική επανάσταση»
 «Για να αναστατώσεις πρέπει να είσαι αναστατωμένος», έλεγε. «…Τολμώ να πω πως, αν είχα ερωτηθεί τότε για το τι σκεφτόμουν γύρω από την ταινία, θα είχα απαντήσει σαν το ζωγράφο Γκυστάβ Κουρμπέ [1819-1879 – στέλεχος της παρισινής Κομμούνας] στην ερώτηση μιας κυρίας: «δεν σκέφτομαι, μαντάμ συν­αρ­πάζομαι».
 Γεννημένος στα 1894 στο χωριό Βιουνίσε της Ουκρανίας, έβδομο από δεκατρία παιδιά μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας κι ένα από τα λίγα που επέζησαν, αντ­αποκρίθηκε στην επιθυμία του παππού του να μορφωθεί, κι έγινε αρχικά δάσκαλος. Εγκατέλειψε τη διδασκαλία λίγα χρόνια αργότερα για να σπουδάσει φυσικές κι εμπορικές επιστήμες, τη διετία 1917-1919 πολέμησε σαν μαχητής του Κόκκινου Στρατού κι αμέσως μετά εκλέχτηκε γραμματέας του κόμματος στην περιοχή του Κιέβου.      Φλογερός κομμουνιστής και προσωπικός φίλος του Στάλιν, όπως λέγεται, υπηρέτησε κάποια χρόνια σαν διπλωμάτης στην Ευ­ρώ­πη, όπου σπούδασε παράλληλα ζωγραφική, γεγονός που ερμηνεύει την έντονα εικαστική ματιά στις ταινίες του.
 Δούλεψε στη συνέχεια σαν σκιτσογράφος, διακρίθηκε σαν πε­ζογράφος κι από τα 1925 αφο­σιώθηκε στον κινηματογράφο, την κατ’ εξοχήν τέχνη που μπο­ρούσε να χωρέσει την επαναστατική φλόγα, την πληθωρικότητα, τον αντικομφορμισμό, τη μεγαλοφυΐα και την πολυπραγμοσύνη του Ντοβζένκο.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

Δείτε ακόμη: Μποτίλια Στον Άνεμο 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου