Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Παλαίμαχοι κομμουνιστές μας μιλούν για την Εργατική Πρωτομαγιά και το χρονικό του Μάη του '36 στη Θεσσαλονίκη



Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, μια επέτειος ορόσημο για το λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας και μπροστά στο γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς, την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και την εργατική εξέγερση του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη, ο «Λαϊκός Δρόμος» αναδημοσιεύει δυό συνεντεύξεις των συντρόφων Βασίλη Ασπρίδη  και Σίμου Χατζηαριστέρα, παλαίμαχων κομμουνιστών, στελεχών του μαρξιστικού- λενινιστικού κινήματος, που έχουν φύγει από τη ζωή, και αναφέρονται σε αυτά τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος.
Η συνέντευξη του σ. Ασπρίδη δημοσιεύτηκε στο φύλλο του «Λαϊκού Δρόμου» στις 13 Νοέμβρη 1993 και του σ. Χατζηαριστέρα στις 26 Απρίλη 1997.

Ο παλαίμαχος κομμουνιστής
Σίμος Χατζηαριστέρας θυμάται...

Σύντροφε Σίμο, σε λίγες μέρες η εργατική τάξη θα γιορτάσει την Πρωτομαγιά. Σαν παλαίμαχος κομμουνιστής και βετεράνος αγωνιστής του εργατικού κινήματος που για δεκαετίες πάλεψες στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μπορείς να μας πεις πώς γνώρισες και έζησες την Εργατική Πρωτομαγιά;

Την Πρωτομαγιά τη γνώρισα στη Θεσσαλονίκη το 1930. Όταν έφτασα εκεί νέος. Τότε, όταν οργανώθηκα στο εργατικό κίνημα, η οργάνωση μας εξηγούσε πως το 1872 οι υφαντoυργoί κατέβηκαν σε απεργίες με τους άλλους εργάτες και ζητούσανε 8 ώρες εργασίας, 8 ώρες μόρφωσης και 8 ώρες ανάπαυσης, τα τρία 8 όπως λέγαμε. Εξεγερθήκανε οι εργαζόμενoι και η αστική τάξη με την εργοδοσία τρομοκρατήθηκαν και βάψαν την εξέγερση με αίμα. Την Πρωτομαγιά, με λίγα λόγια, την αγαπήσαμε σαν νέοι τότες, γιατί η Κόκκινη Σημαία πηγάζει από την εξέγερση, τα πουκάμισά τους που βάφτηκαν στο αίμα.
Η 2η Διεθνής την όρισε την Πρωτομαγιά σαν μέρα αλληλεγγύης για όλο τον κόσμο. Η 3η Διεθνής την έκανε μαζική και μαχητική. Και εκείνο που έχει αξία, στη μνήμη εκείνων που πέσαν για το 8ωρο, είναι αυτά τα στοιχεία και οι αγώνες να παραμείνουν στην ιστορία. Γιατί είχαν αξία εκείνη την εποχή που ήταν μεσαίωνας στις συνθήκες εργασίας.
Η Πρωτομαγιά που αγάπησα ήταν του '31 στη Θεσσαλονίκη. Τότε χιλιάδες εργάτες με το κάλεσμα του Εργατικού Κέντρου και του κόμματος κατέβηκαν από τις συνοικίες από τα εργοστάσια στους κεντρικούς δρόμους και στο Καραβάν Σεράι, μέρος συγκέντρωσης που χωρούσε γύρω στις 2.000, αλλά απ' έξω ήταν συγκεντρωμένος και κόσμος. Όταν βγήκαμε από κει μας χτυπήσανε και αυτό ήταν το ερέθισμα. Ο λαός της Θεσσαλονίκης αγανάκτησε και μέχρι και λεωφορεία ρίξανε για οδοφράγματα. Υπήρχε το ιππικό και οι οργανωμένοι ξέρανε πώς να αντιδράσουν. Ρίχνανε γκαζοτενεκέδες στα πόδια των αλόγων και αυτά ερεθιζόντουσαν, κλωτσούσανε τους ντενεκέδες και πέφταν μέχρι και οι καβαλάρηδες. Ήτανε μια Πρωτομαγιά που άφησε εποχή.
Αργότερα -μετά από 10 μήνες φυλακή κι εξορία στην Αίγινα και στη Γαύδο- που κατέβηκα στην Αθήνα, έζησα κι εκεί την Πρωτομαγιά. Εδώ η κατάσταση της νεολαίας ήταν ζωντανή, αλλά γυμνή από μέλη. Το '32, την ημέρα της Πρωτομαγιάς, πήγαμε καμιά 25αριά νεολαίοι υπόμνημα στο υπουργείο.
Τότε Υπουργός Εργασίας δεν υπήρχε. Υπήρχε υπουργείο Εθν. Οικονομίας, στην Πατησίων, εκεί που είναι το Μινιόν. Κι ενώ είχαμε κλείσει ραντεβού, πήγαμε με το υπόμνημα για το οκτάωρο (εδώ στην Ελλάδα ο Βενιζέλος έκανε το οκτάωρο, αλλά ήτανε στα χαρτιά, όχι στην πράξη), και με ένα μικρό πλακάτ κρυμμένο κάτω από το σακάκι, ο υπουργός δεν μας δέχτηκε. Διαμαρτυρηθήκαμε στο γραμματέα και φεύγοντας από το υπουργείο, μπροστά στου Λαμπρόπουλου, μου λέει ένας σύντροφος από την Καισαριανή, να ανέβω στο βαρέλι του Δήμου και να μιλήσω. Ανεβαίνω και λέω. «Ελληνικέ λαέ, είμαστε παιδιά σου που δουλεύουμε κάτω από ανθυγιεινές συνθήκες, σε υπόγεια, σε πατάρια και πήγαμε στο υπουργείο να διαμαρτυρηθούμε και ο κ. Υπουργός δεν μας δέχτηκε». Εκεί μας χτυπήσανε, πιάσανε 6-7, ξανά φυλακή, ξανά ιδιώνυμο, στου Αβέρωφ, κλπ.
Το '36 που έγινε η Πρωτομαγιά στη Θεσσαλονίκη ήμουνα στην Αθήνα. Όταν μάθαμε τα γεγονότα τραβήξαμε για γενική, πολιτική 24ωρη απεργία και έγινε και στην πρωτοπορία ήταν οι τραμβαγέρηδες, οι οικοδόμοι, οι τσαγκαράδες κλπ. Τότε για τις Πρωτομαγιές δεν δίναν άδειες να τις γιορτάσουμε νόμιμα, γιορταζόντουσαν παράνομα. Ομάδες-ομάδες, στο Μοναστηράκι, πενήντα στην Ομόνοια, κάτω στο σταθμό, έβγαινε κι από ένας ομιλιτής και γιορτάζαμε μ' αυτό τον τρόπο.
Επί Μεταξά, κανόνιζαν τα Προεδρεία των σωματείων που τα είχε ο Μεταξάς, με τις σημαίες και με τα λάβαρά τους να πάνε στη Μητρόπολη. Αυτή ήταν η γιορτή του Μεταξά. Δεν έδινε δύναμη στο λαό, στους συνδικαλιστές, στους εργάτες, στους υπαλλήλους. Το έβαζε σε στενό κύκλο για να φανεί: Να, κι εμείς τη γιορτάζουμε την Εργ. Πρωτομαγιά.
Τι έκαναν οι αριστεροί, οι εργαζόμενοι; Πήγαιναν έξω από τη Μητρόπολη και φώναζαν: Ζήτω η εργατική Πρωτομαγιά! Ζήτω η 24ωρη απεργία!
Μετά στην κατοχή, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Γιάννης Ράλλης, οι πρώτοι που πήγαν να τον επισκεφθούν για την Πρωτομαγιά, ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν τους δέχτηκε. Και όχι μόνο δεν τους δέχτηκε, έβαλε τους Γερμανούς με τις αλυσίδες και χτυπήσανε τους δημόσιους υπαλλήλους. Στις συνοικίες, οι οργανώσεις καταγγείλανε την πράξη αυτή του Ράλλη. Ο κόσμος αυτά και της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών-Ακροναυπλιτών την Πρωτομαγιά, τα είχε αυτά τα στοιχεία στην ψυχή του ζωντανά.
Όταν έγινε η εκτέλεση των 200 εγώ ήμουνα στη Γαύδο και το μάθαμε από τους Κρητικούς.
Ο κόσμος αντέδρασε ενάντια σ' αυτό, γιατί πολλά πράγματα οι Κρητικοί, το κίνημα γενικά το δικό μας, το αγαπήσανε και δώσαν και τη ζωή τους ακόμα.
Μετά τον πόλεμο '45-'46, άρχισε η Πρωτομαγιά να γιορτάζεται. Το '45 έγινε μια συγκέντρωση Παραμονή της Πρωτομαγιάς, στο μεγάλο στάδιο, το Μαρμάρινο με εκατόν τόσες χιλιάδες κόσμο, μίλησαν συνδικαλιστές και ο Ζαχαριάδης και ξαναφούντωσε το κίνημα.
Γιορτάζαμε και στις εξορίες την Πρωτομαγιά. Πάντα σε κάθε σκηνή υπήρχε ένας ομιλητής, ύστερα κάναμε θέατρο -ο Κατράκης και άλλοι. Παρouσιάζανε εικόνες από την εργατική Πρωτομαγιά. Μιλάγανε για την Πρωτομαγιά, που γιορτάζεται στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Πεκίνο, στη Μόσχα. Τότες ήτανε στις δόξες του ο Στάλιν, ο Moλότωφ, η παλιά πυραμίδα, κλπ.
Ακόμα ζούσε ένα μέλος της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, ο Βασίλι Koλακώφ, Βούλγαρος, που είχε σύνδεση με όλα τα Εργ. Κέντρα.
Όταν η ΕΔΑ ήταν δυναμική και είχε πάρει εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους και πολλούς βουλευτές, τότε η Πρωτομαγιά γιορτάζοταν μαζικά.
Τότε ο Μακρής στο ΕΚΑ και άλλοι εργατοπατέρες, βγάζανε προκηρύξεις και λέγανε στους εργάτες να μην πάρουν μέρος στην 24ωρη απεργία και στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς. Προσπαθούσανε να παίξουνε ένα ρόλο διασπαστικό, και τον παίξανε. Όμως τα σωματεία κηρύσσανε απεργία. Πάντα 24ωρη. Οι Μακρήδες έλεγαν όχι, αλλά όλα τα σωματεία της Αθήνας έλεγαν ναι.
Σύντροφε Σίμο, οι Εργατικές Πρωτομαγιές που ανάφερες, έγιναν σε εποχή όπου το εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε. Αλήθεια πώς το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα πάλευε για τα εργατικά προβλήματα;          .
Με τι αιτήματα; Πώς οργανώνατε τους αγώνες;
Η μεγαλύτερη σκέψη ήταν το πώς θα αγκαλιάσουμε τον λαό, την εργατική τάξη, τους υπαλλήλους κλπ.
Μη νομίζεις εύκολο ότι οι τραπεζικοί ή οι δημόσιοι υπάλληλοι, που έχουν αυτές τις κατακτήσεις, ήρθανε μόνες τους. Έγιναν με αγώνες.
Τα αιτήματα που παλέψαμε ήταν οι κοινωνικές ασφαλίσεις, οι συλλογικές συμβάσεις για κάθε κλάδο. Το μεροκάματο. Στο τσαγκαριό που ήμουνα εγώ κάναμε αγώνα για το μεροκάματο και όχι καλφαλίκι. Γιατί το καλφαλίκι ήταν μεσαιωνικό: έπρεπε να πάρεις τα υλικά εσύ, τα γυαλόχαρτα, το οινόπνευμα για να ξεφουμάρεις κλπ. Με αγώνα έγινε το μεροκάματο. Υπήρχε και τότε ο «διάλογος», ο «ξεπεσμένος διάλογος», έτσι τον λέγαμε. Ο αγώνας οργανώνονταν πολύ δύσκολα. Συσκέψεις στα εργοστάσια, εργοστασιακές επιτροπές, ξανά συνελεύσεις, ένας μηχανισμός που για να περάσει ένα σύνθημα στον κλάδο, έπρεπε να παλαίψει ένα μήνα, δυο μήνες για να μπορέσει να το πιστέψει ο εργάτης, για να μπορέσει να παλαίψει γι' αυτό. Ύστερα το Σωματείο είχε ξεχωριστές εργοστασιακές επιτροπές, είχε και περιφερειακές επιτροπές. Τα παπουτσάδικα ήταν τρεις περιφέρειες. Κολωνάκι-Σύνταγμα-Σταδίου ένα καλφαλίκι, Αιόλου άλλο καλφαλίκι κλπ. Σύνταγμα-Σταδίου είχε μια 15μελή επιτροπή, Αιόλου είχε άλλη. Αδριανού κλπ.
Στο τσαγκαριό ήταν και μεγάλα εργοστάσια. Εκεί έπρεπε να πάει το πρωί το συνεργείο που θα μοιράσει τις προκηρύξεις και θα τους καλούσε έξω από το εργοστάσιο σε συνέλευση. Και θα τους καλούσε και σε 24ωρη απεργία, και παίρναμε πλειοψηφία στη συνέλευση.
Είχαμε και ταμεία αλληλοβοήθειας. Υπήρχε μια επιτροπή που συγκέντρωνε χρήματα κάθε μήνα ή κάθε εβδομάδα και όταν γινόταν απεργία γενική ή εργοστασιακή αυτό το ταμείο ενίσχυε τις οικογένειες που είχαν δύο-τρία-τέσσερα παιδιά, πληρώναν ενοίκια, ό,τι μπορούσαν. Αλλιώς ο αγώνας δεν μεγαλώνει.
 Όμως, εκείνο που παίζει ρόλο είναι τα εργατικά στελέχη. Τα στελέχη τα παλιά ψοφούσανε στην πείνα, και δεν απλώνανε χέρι στον εργοδότη τους, δώσ' μου 100 δρχ. ή 50 δρχ. να πληρώσω το ενοίκιο, αλλά στους συναδέλφους. Γιατί όσο καθαρά ήταν τα στελέχη, τόσο αξία είχαν...

Αφηγείται ο Βασίλης Ασπρίδης, ένας
από τους πρωτεργάτες του Μάη του '36

Πριν από το ξέσπασμα των γεγονότων του Μάη του 1936, ήδη από το 1934, είχε αναπτυχθεί μια μεγάλη συνδικαλιστική καπνεργατική κίνηση, για την ικανοποίηση των αναγκών των καπνεργατών.
Κλείστηκαν μέσα στο εργοστάσιο «Κομερσιάλ» δεκαπέντε μέρες, φώναζαν «ζωή ή θάνατος», «ο 20ός αιώνας γεννιέται, εμείς πεθαίνουμε» κ.α. Σε αυτή την περίοδο τότε κι εγώ, νέος ακόμα, στο κίνημα, ανέπτυξα δράση. Κατέβασα τρία εργοστάσια και πήγαμε σε αυτό το εργοστάσιο, ανοίξαμε τις πύλες, με σίδερα με κυνηγούσανε, με χτύπησε με πιστόλι στο κεφάλι ο Πολυχρονόπουλος, ο χαφιές, που σκοτώθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τους αντάρτες του απελευθερωτικού κινήματος του Κιλκίς. Θεωρώ τον εαυτό μου περήφανο γιατί είχα ενεργητική συμμετοχή και πρωτοστάτησα, ακόμα όχι σαν κομματικό μέλος, το 1934. Έγινα γνωστός, με κυνήγησαν και αναγκάστηκα να αποτραβηχτώ επειδή δεν είχα κομματική σύνδεση. Τότε δούλευα στα καπνά. Μόλις πήγαινα εκεί με κυνηγούσαν και έγινα γνωστός στα συνδικάτα. Κολλήσανε στο κάθε εργοστάσιο ταμπέλα. Μεταξύ των  άλλων πρώτος ήταν ο Ασπρίδης. «Δεν μπορεί να πιάσει δουλειά σε όλα τα εργοστάσια». Γι' αυτό και δεν μπόρεσα να κάνω τα αναγκαία μεροκάματα. 200 μονάχα ένσημα, για να έχω το δικαίωμα του τίτλου του καπνεργάτη. Από κει και πέρα δεν μπόρεσα να πιάσω δουλειά. Και εδώ που τα λέμε, πλαστά έβαλε καμιά δεκαριά ο Γκρόζος για να συμπληρωθούν.
Λοιπόν. Το 1935 έγινε το περίφημο πραξικόπημα του Καμμένου. Τότε με πρότειναν για μέλος του κόμματος. Μάρτης ήταν. Με πήρε ο Γκρόζος και με πήγε στην καπνεργατική αχτίδα. Εκεί δεν ήξερα μάλιστα ότι πρέπει να λεγόμαστε σύντροφοι, έξω σαν συνδικαλιστές φωναζόμασταν. Εκεί είπα «κύριοι...» και γέλασε όλη η αχτίδα. Λοιπόν, από τη στιγμή εκείνη, μέλος του κόμματος πια, μπαίνω στο χώρο, επειδή ο υπεύθυνος της “Φωνής του Εργάτη”, ο Ακριτίδης, πιάστηκε και τον στείλανε εξορία. Ήμουν 22 χρονών.

Μάης '36

Η Θεσσαλονίκη θα είχε την εποχή εκείνη, όχι και πολλά κομματικά μέλη. Στους καπνεργάτες ήταν οργανωμένη δύναμη, πολύ μικρή. Έπιανε τους 100, τους 70, εκεί πάνω κάτω. Στους δημόσιους υπαλλήλους δεν έχω υπ' όψη μου πόσοι ήταν. Η Κομμουνιστική Νεολαία ήταν ένα πρωτοπόρο τμήμα, αλλά δεν είχε μαζικότητα. Με βάση τα προβλήματα τα οικονομικά πούχαν ξεσπάσει τότε, κατέβηκαν σε απεργία οι καπνεργάτες. Στις 8 του Μάη και οι υφαντουργίνες. Μαζικότατη η απεργία τους. Εκεί γίνεται μια μάχη από τις πιο σκληρές. Οργανωμένα κατάφερα να υποχωρήσουν τα τμήματα, έτσι που το ένα να βοηθάει το άλλο. Όταν προχωρούσε το ιππικό τους κ.λ.π., εμείς τους σπάζαμε τα όπλα. Τα παίρναμε και τα σπάζαμε. Μπρος στη Γενική Διοίκηση, στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης είχε από αυτή την πέτρα που άπλωναν στο δρόμο, περνούσε ο οδοστρωτήρας πατούσε και ύστερα ρίχναν άμμο, τσιμέντο, πίσσα, κομμάτια μεγάλα. Λοιπόν αυτά ήταν όπλα για μας. Οχυρωθήκαμε εκεί πέρα, μια γραμμή κάπου 100 μέτρα κι αρχινούσαμε. Οι κοπέλες πρωτοστατούσανε. Ε! να δεις. Ήρθε ο Ντάκος, έφερε το ιππικό, έφερε την πυροσβεστική. Ο Ντάκος ήτανε ο διευθυντής της αστυνομίας. Έφερε στρατό. Οι στρατιώτες μάλιστα προχωρούσανε, τους δίνανε εντολή να μας διαλύσουνε. Προχωρούσανε, ερχόντουσαν και εμάς μας λέγανε «σπρώξτε μας», για να δικαιολογηθούμε ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε... Εγώ τους έλεγα «βρε αδέλφια», «σπρώξτε μας, σπρώξτε μας», μας έλεγαν αυτοί, Αρχίσαμε να αδελφοποιούμαστε με το στρατό. Αυτά ήταν για τις 8 του Μάη.
Την άλλη μέρα το πρωί, κατεβαίνοντας από το σπίτι μου στην οδό Συγγρού και Εγνατίας, είχε σκοτωθεί η Καρανικόλα. Μια καπνεργάτρια. Απ' τα ζωντανά στοιχεία των εργατών. Πηγαίνοντας πιο πέρα, επί της Εγνατίας και Διαγωνίου, σκοτώθηκε ο περίφημος Τούσης. Ταξιτζής, απ' το Ασβεστοχώρι. Από το πρωί γινόντουσαν συγκρούσεις με τους χωροφύλακες και χτυπήθηκε. Τα καπνομάγαζα ήταν εκεί, από τη Διαγώνιο και μέχρι τη Διοικητηρίου, ήταν όλο καπνομάγαζα. Εκεί ήταν ο Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου ο Ζαφείρης, ο Μελανιφίδης.
Βρέθηκα και γώ. Πήραμε μια πόρτα, βάλαμε πάνω τον νεκρό, και ανεβήκαμε στη Γενική Διοίκηση για να τον δείξουμε στον Διοικητή. Το Διοικητήριο ήταν οχυρωμένο όμως. Είχε μέσα ιππικό. Ένας αξιωματικός ιππέας μας λέει: «φύγετε παιδιά σας παρακαλώ, θα αναγκαστώ να χτυπήσω, φύγετε, φύγετε». Εμείς ήμασταν καμιά πενηνταριά όλοι-όλοι. Παραπάνω δεν ήμασταν εκείνη την ώρα. Ε! είπαμε ας τραβήξουμε τη Διαγώνιο προς τα κάτω, προς το Βαρδάρη. Ανάμεσα στα καμμένα καπνομάγαζα.
Και προχωρήσαμε, προχωρήσαμε, ώσπου βγήκαμε εκεί στο Βαρδάρη, επί της Εγνατίας. Λοιπόν, πιστεύετε, όταν γύρισα πίσω είδα 50.000 άτομα. Προχωρώντας, 60.000. Μαζεύονταν κόσμος. Είχαν πάρει από τα μπλοκ οι οικοδόμοι, μεγάλες βέργες, μεγάλα ξύλα και κλείσανε όλο το διάδρομο για να μην έχουμε παρεισφρήσεις από ύποπτα στοιχεία και προχωρήσαμε. Οι χωροφύλακες τώρα υποχωρούσαν όσο βλέπανε αυτήν τη μάζα. Τι να κάνουν οι άνθρωποι; Εμείς προχωρούσαμε. Σταμάτησαν δύο - τρεις φορές. Στη Μ. Αλεξάνδρου, στην οδό Βενιζέλου, παραπέρα στην Κόκκινη Εκκλησιά, που λένε στα μπακιρτζίδικα όπου βρίσκονταν το Ταμείο Ασφαλίσεως Καπνεργατών. Εκεί οχυρώθηκε ο στρατός, σύμφωνα με το σχέδιό τους. Ο Μελανιφίδης έκανε ένα σημάδι να πάμε προς τη Βενιζέλου κάτω προς την Πλατεία Ελευθερίας, αλλά εμείς προχωρήσαμε με τη μάζα των απεργών μπροστά. Είχα βγάλει το πουκάμισό μου, το βούτηξα στο αίμα του νεκρού Τούση, τόκανα λάβαρο. Με βάση αυτό προκαλούσα «τη νύχτα του Αγ. Βαρθολομαίου», όπως έγραφαν μετά στις καταδικαστικές τις αποφάσεις.
Αυτό το γεγονός ήταν τέτοιο που το Κόμμα δεν μπορούσε, όχι μονάχα να το προβλέψει, (αυτή ήταν και η γνώμη του Ζαχαριάδη σε άρθρο που είχε γράψει στο Ριζοσπάστη), αλλά ήταν ο χρόνος λίγος από τότε που το μαζικό κίνημα άρχισε να αναπτύσσεται για νάναι προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει και τέτοια γεγονότα. Απ' αυτή την άποψη οργανωτικά δεν μπόρεσε το Κόμμα να ανταποκριθεί.
Υπήρξα ο κεντρικός σύνδεσμος του Κωνσταντίνου, του Γραμματέα της Κεντρικής Οργάνωσης και έπρεπε να πηγαίνω, να πληροφορούμαι, να συναντώμαι μαζί του και να τον πληροφορώ κι ανάλογα να κανονίζει τη θέση του. Αλλά μέσα σ' αυτή την κοσμοχαλασιά ούτε σύνδεσμος ούτε καθοδηγητής λειτούργησε.
Ανέβαιναν στα περίπτερα ο Ζαφείρης, ο Ακριτίδης, εγώ και άλλοι. Θυμάμαι μάλιστα το γραμματέα του παράνομου συνδικάτου καπνεργατών. Αντώνης Οικονόμου λεγότανε, δάσκαλος ο πατέρας του, δάσκαλος κι αυτός, ήταν βραδύγλωσσος, πολύ καλός, τίμιος σύντροφος. Άνθρωπος που ζώντας μέσα στη φτώχεια θυσίαζε τον εαυτό του χωρίς να υπολογίζει αν θα φάει το πρωί ή το βράδυ, αν έχει καμιά τρύπα το παντελόνι του κ.λ.π. Παιδιά του πόνου, του κόπου και της θυσίας. Όχι μονάχα ο Αντώνης Οικονόμου, ο Χαριζάνης, ο Ρουσαλήμ απ' τις Σέρρες, καπνεργάτης, τόσοι άλλοι.
Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν αυτά τα γεγονότα. Κι όταν φτάσαμε στο 1/3 της Βενιζέλου προς την Εγνατίας, βλέπω τους χωροφύλακες να γονατίζουνε πάλι με τα όπλα προτεταμένα. Φαίνεται όμως έδωσαν εντολή στους στρατιώτες που βρίσκονταν σε ένα στρατιωτικό καμιόνι να πυροβολήσουν.
Στο ύψος μου έφτασαν οι φαντάροι. Εμείς φωνάζαμε “Ζήτω τ' αδέλφια μας”. “Ζήτω” φώναζαν κι αυτοί μαζί μας. Κάποιοι πυροβόλησαν στον αέρα σύμφωνα με την εντολή φαίνεται κι αμέσως με τους πρώτους πυροβολισμούς στον αέρα, που κόψαν τα σύρματα μάλιστα, ο Ντάκος από απέναντι διάταξε και πυροβόλησαν πάνω στο πλήθος. Εγώ που ήμουν μπροστά είδα αυτές τις κινήσεις. Η Εγνατία έχει πεζοδρόμια και νησίδα στη μέση του δρόμου με σιδερένιες κολώνες – στύλους. Οι στύλοι αυτοί λίγο πολύ με προστάτευσαν αρχικά και πρόλαβα να πέσω πρηνηδόν.
Αυτοί πυροβόλησαν πάλι. Οι περισσότεροι διαδηλωτές είχαν χτυπηθεί από πίσω γιατί έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο και οι χωροφύλακες χτυπούσαν το πλήθος.
Τα γεγονότα αυτά εξέγειραν όλο τον ελληνικό λαό. Ιδιαίτερα το λαό της Θεσσαλονίκης, που έκλεισε τους χωροφύλακες στα τμήματά τους. Επενέβηκε ο στρατός, ο στρατηγός Ζέπος υποσχέθηκε ότι θα απονείμει δικαιοσύνη και κάτι τέτοια παραμύθια.
Το ίδιο απόγευμα έγινε συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας, στο λιμάνι κοντά και από κει τραβήξαμε προς όλες τις κατευθύνσεις, Νεάπολη, Τούμπα κλπ.
Η απεργία δεν περιοριζόταν μόνο στη Θεσσαλονίκη. Με βάση το σύνθημα «Παλλαϊκό Μέτωπο», είχαν ξεσπάσει απεργίες στη Δράμα, Σέρρες, Καβάλα, Διδυμότειχο, Αλεξανδρούπολη, παντού κι όλα ήταν κλειστά. Όχι μόνο οι εργάτες και οι υπάλληλοι αλλά και οι μεσαίοι, γιατί βλέπαν ότι απ' τους καπνεργάτες και την απεργία τους εξαρτιόταν αν θα φάνε ψωμί και τα σπίτια τους. Για την απεργία της 8ης του Μάη οδηγηθήκαμε σε δίκη, αλλά αθωωθήκαμε, γιατί τα γεγονότα χαρακτηρίστηκαν σαν απεργιακή κινητοποίηση κι οι δικαστές υποχρεώθηκαν να μας αφήσουν ελεύθερους.
Όμως για τα γεγονότα της 9ης του Μάη, ύστερα από 15 μέρες, αφού μας άφησαν ελεύθερους, μας άρπαξαν και μας στείλαν στις Νέες Φυλακές. Εκεί σαν υπόδικος, με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετώπιζα την ποινή του θανάτου.
Επί δυο χρόνια μας παίδευαν για να μας δικάσουν. 4-5 φορές η δίκη αναβλήθηκε γιατί τάχα δεν βρίσκαν αίθουσα, έλειπαν μάρτυρες και τόσα άλλα.
Υπόδικοι ήταν ο Σινάνος Μιχάλης. ο Bασiλης Ασπρίδης, ο Βαλσαμίδης, ο Κακουρίδης (οικοδόμος), ο Μελανιφίδης, ο Ντάφος (ένα εβραιόπουλο, ντουφεκίστηκε στον Παύλο Μελά, αφού το πήραν απ' την Ακροναυπλία),  ο Ζαφείρης Βεκίδης (Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου, που εκτελέστηκε με τους 200 στο Χαϊδάρι), ο Αναγνωστόπουλος (εκτελέστηκε κι αυτός στο Χαϊδάρι).
Μετά δύο χρόνια η δίκη έγινε στην Έδεσσα, όπου κάτω από την κινητοποίηση, ιδιαίτερα των καπνεργατών, ο Πρόεδρος του δικαστηρίου είπε: «...τι να κάνω εγώ μ' αυτά τα παιδιά. Έχω δύο τσουβάλια τηλεγραφήματα απ' όλη την Ελλάδα, ζητάν την αθώωσή τους. Δεν μπορώ να καταδικάσω κανένα...».  Έτσι μας αθώωσαν. Ωστόσο έπρεπε να πληρώσουμε τα έξοδα της δίκης. Γι' αυτό οδηγηθήκαμε πάλι στις Νέες Φυλακές. Για ένα ακόμα εξάμηνο. Στην εκπνοή της ποινής μου, την ημέρα της απελευθέρωσής μου, ήρθαν δυο άνδρες της Ασφάλειας και με οδήγησαν στην Ακροναυπλία, στο τμήμα της απομόνωσης.

1 σχόλιο:

  1. Παναγιώτης Μουκανάκης: Η γενναία στάση ενός Ευρυτάνα στη μάντρα της Καισαριανής!

    https://eyrytixn.blogspot.gr/2018/05/blog-post.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή