Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Για τη βάση ανάπτυξης του αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εξελίξεις στο Αιγαίο και την Κύπρο εγκυμονούν κινδύνους και ότι αυτό γίνεται πλέον αντιληπτό από το σύνολο του ελληνικού λαού που στέκεται με έντονο προβληματισμό και μάλλον με αμηχανία απέναντι στα όσα συμβαίνουν. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι, εκτός από (και παράλληλα με) την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, τις εξελίξεις αυτές τις «χρωματίζει» η ένταση της τούρκικης επιθετικότητας και προκλητικότητας στην περιοχή, κάνοντας πλέον ορατά σε όλους τα σενάρια θερμών επεισοδίων και πολέμων. Τέλος είναι δεδομένο και η ιστορία το έχει αποδείξει, όχι λίγες φορές, ότι οι θέσεις και η στάση με την οποία θα πορευτεί η αριστερά σε αυτές τις συνθήκες, είναι αυτή που θα της επιτρέψει είτε να συνδεθεί με τις μάζες και να αποκτήσει λόγο στις εξελίξεις, είτε θα την οδηγήσει στο περιθώριο.
«Τούρκικη επιθετικότητα». Αναγνώριση ή παράκαμψη της… πραγματικότητας;
Καμία πραγματικά επαναστατική γραμμή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην άρνηση της πραγματικότητας. Και σε αυτό το σημείο, εκτός από τις δυνάμεις του τροτσκισμού και της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» που σταθερά και σκόπιμα την αρνούνται, εντύπωση προξενεί και η τοποθέτηση των συντρόφων του ΚΚΕ (μ-λ) που σε πολλά της σημεία στο θέμα των ελληνοτουρκικών συναντιέται με αυτές.
Οι δυνάμεις που αθροίζονται στον αντικαπιταλιστικό χώρο, αρνούνται να καταγγείλουν τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας, γιατί όπως ισχυρίζονται αυτό σημαίνει «παράδοση στον σοβινισμό» και ντεφάκτο υιοθέτηση του αφηγήματος των αντιδραστικών δυνάμεων για αύξηση των εξοπλισμών και περικοπές μισθών και συντάξεων. Οπότε για χάρη, υποτίθεται, του διεθνισμού και της ειρήνης η τούρκικη επιθετικότητα, ή ακόμη και τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, παρακάμπτονται από κάθε ανακοίνωση και προβάλλεται γενικώς και αορίστως ο ανταγωνισμός των αστικών τάξεων στα πλαίσια (και) των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Σε σχέση με αυτό το ακατανόητο «επιχείρημα», το «νέο θεωρητικό εργαλείο» που χρησιμοποιούν όλο και περισσότερες δυνάμεις, με βάση το οποίο η ανάγνωση της πραγματικότητας πρέπει να υπακούει και να γίνεται με βάση το τι θέλουμε να πούμε, οφείλουμε να σημειώσουμε τα εξής:
1) Ακούσαμε και διαβάσαμε πολλές φορές μια κριτική που λέει ότι αν «αναγνωρίζουμε τον επιθετισμό της Τουρκίας, τότε είναι σαν να αναγνωρίζουμε, ή σαν να βοηθάμε να υιοθετηθεί η ανάγκη καλύτερων εξοπλισμών κλπ». Εδώ γίνονται δύο λάθη.
Πρώτον υπονοείται ότι η πραγματικότητα υπακούει στη θέση μας. Σαν να πιστεύει δηλαδή αυτός που χρησιμοποιεί αυτό το επιχείρημα ότι το ζήτημα της τούρκικης επιθετικότητας λύνεται επειδή δεν το αναφέρει. Η τούρκικη επιθετικότητα υπάρχει, αυτή αναγνωρίζεται και στη βάση αυτής δημιουργούνται ανησυχίες στον ελληνικό λαό. Αυτή όπως εκφράζεται το τελευταίο διάστημα είναι που αναπαράγει τα σενάρια των θερμών επεισοδίων και των πολέμων. Και είναι εντελώς άλλο το να την αναγνωρίσεις και να την εντάξεις στο κάδρο της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των εξαρτήσεων των δυο αστικών τάξεων και άλλο να την προσπερνάς νομίζοντας ότι έτσι υπηρετείς το διεθνισμό.
Δεύτερον είναι λογικό άλμα να ισχυριστεί κανείς ότι η αναγνώριση της πραγματικότητας επιβάλει τη συνέχεια της πολιτικής σου θέσης και ότι αυτή είναι «…εξοπλισμοί». Ο χώρος της αριστεράς από τον οποίο μιλάμε έχει απαντήσει στο ζήτημα των εξοπλισμών με ξεκάθαρο τρόπο. Την εθνική ανεξαρτησία και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν τα υπερασπίζονται γενικώς και αορίστως τα «καλά» όπλα. Προηγείται και καθορίζει τα ζητήματα αυτά η πολιτική. Και δεν σταματάμε να λέμε και να προπαγανδίζουμε και αυτό απαντάμε και στους επικριτές μας, ότι όσο υπάρχει η πολιτική της εξάρτησης και της υποτέλειας (την οποία οι περισσότεροι δεν αγγίζουν) κάθε όπλο και εξοπλισμός από την μεριά της αστικής τάξης, υποτάσσεται σε αλλότρια συμφέροντα για το λαό και τον τόπο. Και αυτή η πολιτική είναι που, παρά τους αμέτρητους εξοπλισμούς της, έχει οδηγήσει στην κατοχή της Κύπρου, στο γκριζάρισμα του Αιγαίου και την ευθεία αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάνης.
2) Η ιδέα που κατατίθεται ότι αναγνωρίζουμε την τούρκικη επιθετικότητα αλλά δεν την «ιεραρχούμε» και άρα δεν την αναφέρουμε-γράφουμε ποτέ «για να μην το παρανοήσουν οι μάζες», (τις οποίες κατά τα άλλα εμπιστευόμαστε και θεωρούμε ότι αυτές στην κίνησή τους θα κρίνουν και θα παράγουν τη θεωρία), είναι υποκριτική και δεν μπορεί παρά να έχει ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό της απόσπασης από την πραγματικότητα και την αδυναμία σύνδεσης με τον κόσμο στη βάση αυτής. Και που τελικά για αυτό το λόγο γίνεται μια θέση που όχι απλά δεν αντιπαλεύει τον ελληνικό σωβινισμό, αλλά αφήνει το πεδίο ελεύθερο στους κάθε λογής πατριδοκάπηλους.
3) Για να γίνει πιο κατανοητό το ζήτημα οφείλει ο καθένας να σκεφτεί την τοποθέτηση της αριστεράς στην περίπτωση που η πραγματικότητα θα «χρωματιστεί» από την ελληνική επιθετικότητα. Αν δηλαδή ένα ελληνικό πολεμικό πλοίο μπει σε τούρκικα χωρικά ύδατα επειδή η ελληνική αστική τάξη διεκδικεί μια τούρκικη βραχονησίδα και εμβολίσει ένα τούρκικο πλοίο. Αν η ελληνική κυβέρνηση διακηρύξει ότι αυτή είναι που αμφισβητεί τη συνθήκη της Λωζάνης και ξεκαθαρίσει με τις ενέργειες της ότι εδάφη που σήμερα είναι τουρκικά της ανήκουν. Τι στάση οφείλει να κρατήσει τότε η πραγματική αριστερά;
Σύμφωνα με την τοποθέτηση αυτών των δυνάμεων, θα έπρεπε και τότε να μιλάμε γενικώς για την επιθετική φύση των αστικών τάξεων (πραγματικά ένα επιχείρημα που παραβιάζει ανοιχτές πόρτες και δημιουργεί αμέτρητες συγχύσεις) και να μην αναφέρουμε την ελληνική επιθετικότητα, αλλά τον «ανταγωνισμό των δύο αστικών τάξεων που η επιθετικότητά τους εναλλάσσεται στον ιστορικό χρόνο» και τις εξαρτήσεις τους, ή τις «προσαρμογές» τους στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Μα σοβαρά, μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό μπορεί να αποτελεί τοποθέτηση της αριστεράς απέναντι σε τέτοιας φύσης γεγονότα, που θα αποδεικνύουν την επιθετικότητα και τον επεκτατισμό της ελληνικής αστικής τάξης; Η μόνη θέση που μπορεί να υπάρχει είναι αυτή που, σωστά, θα καταγγέλλει τον σωβινισμό, τον αλυτρωτισμό και τις τυχοδιωκτικές φιλοπόλεμες ενέργειες της ελληνικής αστικής τάξης και της κυβέρνησής της. Και δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από εκεί, και μετά να τοποθετείται όλο αυτό στο κάδρο της εξάρτησης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και να αναδεικνύονται οι βαθύτερες αιτίες του ζητήματος. Κάθε άλλη θέση θα είναι έκθετη και θα γίνεται άλλοθι στον εθνικισμό, τον σωβινισμό και τον πόλεμο.
Αν όμως αυτή είναι η θέση (και σωστά) στην περίπτωση επιθετικών ενεργειών της ελληνικής αστικής τάξης, τότε ποιος ο λόγος να είναι άλλη στην περίπτωση των σημερινών επιθετικών ενεργειών της τούρκικης αστικής τάξης; Αν αυτή η στάση που υιοθετούν διάφορες δυνάμεις επιδέχεται πολλές ερμηνείες ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική οργάνωση, το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση είναι ίδιο. Η αποδυνάμωση του λόγου και της θέσης της αριστεράς απέναντι σε πολύ σημαντικές εξελίξεις. Γιατί δεν είναι δυνατόν να παλέψει η ελληνική αριστερά με σοβαρούς όρους εναντίον του ελληνικού σωβινισμού, αν με τις θέσεις της φαίνεται να «χαϊδεύει» τον τούρκικο. Γιατί σε αυτές τις συνθήκες δεν θα πρέπει για κανένα λόγο να δίνει το δικαίωμα στον οποιοδήποτε να θεωρεί ότι δεν την ενδιαφέρει η πατρίδα και η εδαφική της ακεραιότητα. Ότι νοιάζεται και παλεύει για τα σύνορα και τα κυριαρχικά δικαιώματα των γειτονικών χωρών και λαών, αλλά ότι παραδίδει την υπόθεση της δικής της πατρίδας και του λαού της στους κάθε λογής ξενόδουλους πατριδοκάπηλους. Σε τέτοιες συνθήκες μια αριστερά που θα εμφανιστεί με αυτή τη γραμμή δεν μπορεί παρά (στην καλύτερη περίπτωση) να οδηγηθεί στο περιθώριο, και όσο και αν θέλει να εμφανίζεται εναντίον, να υπηρετεί τελικά τα σχέδια του ντόπιου σωβινισμού.
4) Οφείλουμε εδώ να σημειώσουμε την επιλεκτική αναφορά της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» στο ρόλο του ιμπεριαλισμού στην τούρκικη επιθετικότητα. Ενώ γενικά αρνούνται κάθε αναφορά στην εξάρτηση (όπως άλλωστε κάνει και το ΚΚΕ που τελευταία αρνείται την εξάρτηση γιατί λέει ότι αν την αναγνωρίσει(!) θα πρέπει να μιλήσει για στάδια) με το επιχείρημα ότι η αναφορά σε αυτή «απαλλάσσει των ευθυνών της την ελληνική αστική τάξη», τώρα που παρουσιάζεται η τούρκικη επιθετικότητα με αυτό τον τρόπο, όλες οι αναλύσεις εντοπίζουν το πρόβλημα στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και στην «προσαρμογή» των αστικών τάξεων σε αυτούς. Είναι βέβαιο ότι αν η Ελλάδα ασκούσε επιθετική πολιτική, όπως αυτή που ακολουθεί η Τουρκία σήμερα, θα έβγαζαν πύρινους λόγους για τον ελληνικό ιμπεριαλισμό, ξεχνώντας κάθε αναφορά στις μεγάλες δυνάμεις, το ρόλο τους και την εξάρτηση της Ελλάδας από αυτές. Ο ιμπεριαλισμός εδώ χρησιμοποιείται (κατά πως βολεύει) προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες ανάγνωσης μιας πραγματικότητας που δεν έχει τούρκικο επιθετισμό και που δεν θα υπάρχει με κανέναν τρόπο επιθετιστής και αμυνόμενος, όπου όλα έχουν να κάνουν με ανταγωνισμούς μεγάλων δυνάμεων και άδικες επιβουλές των αστικών τάξεων, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος σε κάθε περίπτωση θα είναι άδικος και αντιδραστικός, από κάθε μεριά και σκοπιά.
Σαφώς τις πολύ αρνητικές εξελίξεις στην περιοχή ορίζουν και καθορίζουν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία). Εκεί βρίσκεται η αιτία των πολέμων και των δεινών των λαών της περιοχής.
Οι εξαρτημένες αστικές τάξεις της Τουρκίας και της Ελλάδας είναι βέβαιο ότι προσπαθούν μέσα σε αυτές τις συνθήκες να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους και να κερδίσουν έδαφος στον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή όλες οι αστικές τάξεις θέλουν να είναι επιθετικές, απαλλάσσονται των ευθυνών τους αυτές που μπορούν να είναι επιθετικές στις εκάστοτε συνθήκες.
Πράγματι μπορεί σε συνθήκες όξυνσης του ανταγωνισμού ΗΠΑ- Ρωσίας στην περιοχή και με δεδομένη την ασφυκτική πρόσδεση της Ελλάδας (και από την κυβέρνηση Τσίπρα) στο αμερικάνικο άρμα, να οδηγηθεί και η ελληνική αστική τάξη σε επιθετικές και τυχοδιωκτικές ενέργειες σε βάρος της Τουρκίας. Αυτό όμως το ενδεχόμενο δεν μπορεί να γίνεται «επιχείρημα» και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί τέτοιο, ώστε να μην στηλιτεύεται από την αριστερά η σημερινή επιθετικότητα της Τουρκίας. Η μη αναφορά στην τούρκικη επιθετικότητα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κάποιου είδους «πρόληψη», ή «σωφροσύνη» μπροστά σε ένα τέτοιο σενάριο. Ίσα, ίσα αποδυναμώνει την ίδια τη θέση της αριστεράς απέναντι σε αυτό. Η καταγγελία ενδεχόμενων επιθετικών ενεργειών της ελληνικής αστικής τάξης μπορεί να έχει έρεισμα, μόνο αν σήμερα καταγγελθεί αντίστοιχα ο τούρκικος επιθετισμός.
Η τούρκικη επιθετικότητα απέναντι σε Κύπρο και Ελλάδα δεν είναι ούτε αόρατη, ούτε πολύ περισσότερο πρόσκαιρη για να αναρωτιέται κανείς «αν έχει νόημα η αναφορά» σε αυτή και η καταγγελία της. Η Τουρκία έχει υπό κατοχή τη μισή Κύπρο. Και επειδή οι δυνάμεις του αντικαπιταλιστικού χώρου σκόπιμα το ξεχνούν (σε πολλά κείμενα μάλιστα, όπως αυτά που αναφέρονται στην ΑΟΖ της Κύπρου υπονοείται έως και η αναγνώρισή της) υπενθυμίζουμε ότι δεν υπάρχει πιο επιθετική πράξη από την κατοχή. Η μόνη πιο επιθετική πράξη από την κατοχή είναι η εδραίωση και επέκτασή της, όπως πράττει η Τουρκία με τους εποικισμούς και τη διεκδίκηση θαλάσσιου χώρου νότια (!) της Κύπρου. Εδώ και δεκαετίες η Τουρκία δεν σταματά να εγείρει αξιώσεις στο χώρο του Αιγαίου, οι οποίες κάθε χρόνο γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Με αυτή τη σταθερή επιθετική πολιτική, κατόρθωσε να γκριζάρει το Αιγαίο, να θεωρεί και σχεδόν να επιβάλει ότι βραχονησίδες όπως τα Ίμια αποτελούν τούρκικο έδαφος, να αναφέρει ως αιτία πολέμου τα 12 μίλια και για πρώτη φορά μετά από έναν σχεδόν αιώνα να αμφισβητεί εμπράκτως τη συνθήκη της Λωζάνης. Με αυτή την επιθετική πολιτική αμφισβητεί εδώ και δεκαετίες σταθερά και εμπράκτως τον εναέριο χώρο και τα ελληνικά χωρικά ύδατα, εισβάλοντας όποτε θέλει σε αυτά και τελευταία… εμβολίζοντας πλοία.
Απέναντι σε αυτό η ελληνική αστική τάξη εδώ και δεκαετίες έχει να αντιπαρατάξει, κούφιες διακηρύξεις, αναζήτηση προστατών, ή των καλών τους λόγων στα πλαίσια της ολόπλευρης εξάρτησής της, και άφθονο… ενδοτισμό. Η προσπάθεια παραχάραξης αυτής της πραγματικότητας από τις δυνάμεις του τροτσκισμού και της αναρχίας και η με κάθε τρόπο απεικόνιση μιας ελληνικής αστικής τάξης που συνεχώς επιτίθεται και που υποχρεώνει την Τουρκία σε αμυντικά μέτρα, αγγίζει πολλές φορές τα όρια του γελοίου. Οι ελληνικές διακηρύξεις και οι ερμηνείες για το βάρος και το βάθος των συμφωνιών (τριμερής κλπ) που καταγράφει η ελληνική αστική τάξη, μπαίνουν στο ίδιο ζύγι με την κατοχή και το διεμβολισμό ελληνικών πλοίων σε ελληνικά χωρικά ύδατα (που αποτελεί πράξη και όχι βούληση) για να προκύψει το συμπέρασμα ότι «όλοι» επιτίθενται σε όλους. Αντίστοιχα, πάντα προς επίρρωση του συμπεράσματος της «εναλλασσόμενης επιθετικότητας», οι διπλωματικές κινήσεις και οι συμφωνίες (πχ τριμερής με Ρωσία, Ιράν), όπως και οι επιθετικές διακηρύξεις της Τουρκίας περνάνε στα ψιλά ή… παραγράφονται.
Για το δίκαιο και το άδικο του πολέμου
Σε συνέχεια των παραπάνω και προκειμένου με αυτά τα ανεδαφικά σενάρια να αποδείξουν το «ορθό» της θέσης τους για τον πόλεμο, οι δυνάμεις του τροτσκισμού και της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» παίρνουν από τώρα θέση για το χαρακτήρα και τη στάση τους απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Το συμπέρασμά τους (απόρροια της θέσης του τροτσκισμού απέναντι στον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο και το εθνικό ζήτημα) είναι σαφές και προδικάζει τη θέση τους. Εάν ξεσπάσει πόλεμος αυτός θα είναι άδικος από κάθε μεριά!
Αν και τα παραθέματα θα μπορούσαν να είναι πολλά (και πολύ πιο ακραία), ως τυπικό της παραπάνω αντίληψης παραθέτουμε απόσπασμα από άρθρο του ΠΡΙΝ 18/3 με τίτλο -οι κομμουνιστές και το ενδεχόμενο του πολέμου- «…η στάση του εργατικού κινήματος και της κομμουνιστικής αριστεράς απέναντι στον πολεμικό κίνδυνο και τον πόλεμο, πρέπει να μείνει μακριά τόσο από την «εθνική ρητορική» της «αμυνόμενης» Ελλάδας και της «υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας», όσο και από μια αβαθή στερεοτυπική παπαγαλία όσον αφορά στη στάση απέναντι σε πολέμους παλιότερης εποχής με διαφορετικό χαρακτήρα (π.χ. Ιταλική και Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα το 40-41 ή εθνικό-απελευθερωτικοί πόλεμοι). Αν ξεσπάσει πόλεμος, τότε αυτός θα είναι αντιδραστικός, επιθετικός και από τις δύο πλευρές!».
Βέβαια, αφού ο συντάκτης καταγγέλλει τις αβαθείς στερεοτυπικές παπαγαλίες για αναφορές σε εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους (Β Παγκόσμιος) στο ίδιο άρθρο οδηγείται σε βαθυστόχαστες (προφανώς τέτοιες τις θεωρεί) συγκρίσεις με τη στάση των κομμουνιστών… στον Α' Παγκόσμιο και τη Μικρασιατική εκστρατεία! «Πάλη κατά του πολέμου, είναι και η αντιπολεμική δράση ακόμη και μέσα στο στρατό που πολεμάει. Ας θυμηθούμε εδώ τη δράση των Μπολσεβίκων στο ρωσικό στρατό που τελικά επέβαλε και την ειρήνη και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ας θυμηθούμε την ανοιχτή αντιπολεμική δράση του ΚΚΕ μέσα στον ελληνικό στρατό στη Μικρασιατική Εκστρατεία. «Όχι μόνο δεν το απομόνωσε, αλλά αντίθετα το μετέτρεψε σε μαζικό εργατικό κόμμα με εισροή κόσμου…»
1) Το γεγονός ότι περιγράφουμε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τις εξαρτήσεις των εμπλεκόμενων χωρών από αυτές, αλλά και τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων δεν σημαίνει ότι μπορεί ο καθένας «να χάνεται μέσα σε αυτές» και να καταλήγει σε μια γενική αρχή για το άδικο των πολέμων. Ναι, στη Μικρασιατική εκστρατεία ο πόλεμος ήταν άδικος από την ελληνική πλευρά και σωστά το ΚΚΕ υιοθέτησε αυτή τη θέση απέναντι σε αυτόν. Ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος του '40, που ο συντάκτης δεν θέλει να αναφέρεται, ήταν δίκαιος από την πλευρά της Ελλάδας. Καθοριστικό κριτήριο το οποίο ο τροτσκισμός προσπερνά με λογικά άλματα είναι η παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας-η υπεράσπιση της πατρίδας και της εθνικής ανεξαρτησίας του κάθε λαού. Γιατί, εκτός από τις αναλύσεις των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την περιγραφή των ανταγωνιστικών συμφερόντων στις εκάστοτε συνθήκες, υπάρχουν και τα δίκαια των λαών και των εθνών. Και η αριστερά, για να απευθυνθεί και να συνδεθεί με το λαό με στόχο να κατευθύνει την πάλη του, πρέπει πριν παρουσιάσει τις αναλύσεις της και προκειμένου να έχει πραγματικό νόημα αυτό, να πάρει θέση με τα συνθήματά της ακριβώς πάνω σε αυτά τα δίκαια για τα οποία αγωνιά ο λαός.
2) Από αυτήν την άποψη δεν συζητάμε σήμερα γενικώς και αορίστως για το ενδεχόμενο πολέμων, για να είναι αρκετές και ικανές να απαντήσουν οι γενικόλογες διακηρύξεις (άλλες σωστές, άλλες λαθεμένες). Μπορεί μια τέτοια παρουσίαση και μια τέτοια ανάλυση να βολεύει αυτούς που θέλουν να καταδικάσουν γενικώς τον άδικο πόλεμο, αλλά δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Σήμερα συζητάμε για το ενδεχόμενο ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όχι αφηρημένα, αλλά πάνω στα σενάρια που υφαίνονται με τα συγκεκριμένα δεδομένα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας. Τα σενάρια πολέμου τα οποία υπάρχουν και στις δυο πλευρές του Αιγαίου και στα οποία οφείλει να τοποθετηθεί η αριστερά και στις δύο χώρες, δεν έχουν να κάνουν με το ενδεχόμενο να πάρει η Ελλάδα την Κόκκινη Μηλιά, αλλά με την επιδίωξη της Τουρκίας να διεκδικήσει τα Ίμια ή ό,τι άλλο αμφισβητεί. Για αυτόν τον πόλεμο γίνεται λόγος σήμερα, αυτό υπάρχει στα μυαλά του ελληνικού λαού και από αυτό δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς με γενικολογίες. Το αντιπολεμικό κίνημα και για να υπάρξει πραγματικά τέτοιο πρέπει να ξεκινάει από τις απαντήσεις πάνω στα πραγματικά ζητήματα που απασχολούν τον λαό και όχι από κατασκευές της πραγματικότητας. Αν αυτή η πραγματικότητα αντιστραφεί και η επιθετικότητα αλλάξει πλευρά και πάλι οφείλει να δώσει απαντήσεις πάνω σε αυτή. Η αριστερά, και πολύ περισσότερο η κομμουνιστική, οφείλει να διατυπώσει τις θέσεις της με βάση αυτά τα δεδομένα και τίποτε άλλο.
Από αυτή την άποψη είναι αναγκαίο η αριστερά σήμερα να παλέψει για τη συγκρότηση ενός αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος που θα προβάλλει τον κοινό αγώνα των λαών Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο και που θα εκφράζει καθαρά την εναντίωσή του σε κάθε επιθετική ενέργεια, σε κάθε επιβουλή της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα, όπως και αντίστοιχα της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία. Δεν νοείται με τα σημερινά δεδομένα παρέμβαση της αριστεράς για συγκρότηση αντιπολεμικού κινήματος που θα παρακάμπτει το κυρίαρχο ζήτημα που γεννάει αυτά τα σενάρια πολέμου.
Σαφώς και καθήκον των κομμουνιστών, όλων των φιλειρηνικών, προοδευτικών και δημοκρατικών ανθρώπων είναι ο αγώνας για την αποτροπή του πολέμου. Αυτός δεν μπορεί να συγκροτηθεί πάνω σε επικλήσεις για την ειρήνη και ευχές για την ανατροπή και των δύο αστικών τάξεων, που σήμερα μπορούν να λέγονται τσάμπα. Μπορεί να συγκροτηθεί μόνο πάνω σε απαντήσεις στα συγκεκριμένα ζητήματα που γεννάει η πραγματικότητα.
Με αυτό το δεδομένο μια τοποθέτηση της αριστεράς, που από σήμερα ξεκαθαρίζει ότι ο ενδεχόμενος πόλεμος (αυτός που αντιλαμβάνεται ο κόσμος ότι μπορεί να συμβεί με βάση τα γεγονότα) θα είναι άδικος, μια θέση δηλαδή που προδικάζει τη στάση της απέναντι σε αυτόν, σίγουρα υποσκάπτει την ανάπτυξη ενός τέτοιου αντιπολεμικού κινήματος. Γιατί, με τα σημερινά δεδομένα, είναι σαν να διακηρύσσει η αριστερά ότι δεν την ενδιαφέρει η εδαφική ακεραιότητα της χώρας, η ελευθερία και η ανεξαρτησία του λαού. Και τέτοιο αντιπολεμικό κίνημα δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει.
Αν ο λαός βρεθεί μπροστά σ' ένα τέτοιο πόλεμο η σημαία που οφείλει τότε να υψώσει είναι σίγουρα αυτή της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ανεξαρτησίας. Και όσοι λένε ότι αυτή είναι μια ξένη για αυτόν σημαία, δεν κάνουν άλλο από το να εξωραΐζουν το ρόλο μιας ξενόδουλης αστικής τάξης που αυτή τη σημαία δεν τη σήκωσε ποτέ. Είναι βέβαιο ότι δεν διαβάζουν σωστά την ιστορία των αγώνων ενός λαού που είναι δεμένη με τον πόθο του για εθνική ανεξαρτησία και τα ποτάμια αίματος που έχυσε για αυτή κόντρα σε ξένους και ντόπιους δυνάστες.
Ξεκαθαρίζουμε ότι σε ό,τι αφορά το Μ-ΛΚΚΕ, παρά τις κριτικές που γίνονται και παρά το γεγονός ότι οι επικριτές του έχουν σπεύσει να πάρουν θέση, δεν έχει διατυπώσει θέση για έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Εάν υπάρξει τέτοιο σενάριο, θα διατυπώσει τη θέση του με βάση τα δεδομένα εκείνης της χρονικής στιγμής. Εξ αρχής όμως οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ότι οι αρχές πάνω στις οποίες θα βασιστεί η θέση μας είναι διατυπωμένες και ξεκάθαρες.
Το αν η αριστερά θα συμβάλει πραγματικά στη συγκρότηση αντιπολεμικού κινήματος ή όχι θα κριθεί από τις θέσεις και όχι τις προθέσεις της. Αντιλήψεις που ούτε λίγο ούτε πολύ διακηρύσσουν ότι δεν με νοιάζει σε ποιον θα ανήκουν τα Ίμια ή η Σάμος, δεν υπηρετούν τον περιορισμό του σοβινισμού αλλά την εξάπλωσή του και αντικειμενικά γίνονται τροφή των φιλοπόλεμων ρευμάτων.
Κλείνοντας, εντύπωση προκαλεί η στάση αυτής της «αριστεράς» που από την μια προεξοφλεί τη στάση της για τον «άδικο πόλεμο» και από την άλλη διαδηλώνει για το Αφρίν. Με ποιο κριτήριο, αν όχι με αυτό του δικαιώματος της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας, εναντιώνονται στην Τούρκικη εισβολή και συντάσσονται με τους Κούρδους της Συρίας σε αυτόν τον πόλεμο; Όχι πάντως επειδή οι Κούρδοι πολεμάνε κάτω από τις σημαίες της εργατικής τάξης.
Για τα σύνορα και την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας
Συνέχεια στις λογικές ακροβασίες της «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» δίνεται με το θέμα των συνόρων, της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Διαβάζουμε στο ίδιο άρθρο: «Η σωστή θέση για το απαραβίαστο των συνόρων ενάντια σε κάθε ένοπλη ιμπεριαλιστική επαναχάραξή τους, για τη συγκεκριμένη περιοχή και ιστορική εποχή, υφίσταται την αναστροφή του νοήματός της με τη φιλολογία για «υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας». Η πρώτη θέση, είναι ένα διεθνιστικό κάλεσμα μαζικής πάλης για αποτροπή του πολέμου ή για ήττα και των δύο αστικών τάξεων, αν καταφέρουν να σύρουν τους λαούς στον πόλεμο. Αντίθετα, η δεύτερη θέση, λειτουργεί ως κάλεσμα πολεμικής προετοιμασίας και στοίχισης των λαών πίσω από τις κυβερνήσεις τους, σε έναν άδικο πόλεμο και από τις δύο πλευρές.» ΠΡΙΝ 18/3
Για την «αντικαπιταλιστική αριστερά» μαζί με την κατά περίπτωση κατάργηση των συνόρων και τα «ανοιχτά σύνορα» συνυπάρχει τα απαραβίαστό τους. Και μαζί με το απαραβίαστο των συνόρων συνυπάρχει η αμφισβήτηση της εδαφικής ακεραιότητας! Κανένα πραγματικό αντιπολεμικό κίνημα βέβαια δεν μπορεί να συγκροτηθεί στη βάση αυτών των απόψεων. Το μόνο κίνημα που μπορεί να υπηρετηθεί με αυτές τις απόψεις είναι αυτό της προσαρμογής στις ιμπεριαλιστικές επιταγές και της υπηρέτησής τους (όπως συνέβη στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ), και για το οποίο γνωρίζουν πολύ καλά οι καθοδηγητές του ΝΑΡ.
Τα σύνορα δεν βρίσκονται στο διάστημα. Χωρίζουν τα εδάφη διαφορετικών κρατών. Το απαραβίαστο των συνόρων δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται και να συνυπάρχει με την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας. Πως οφείλει αλήθεια να τοποθετηθεί η αριστερά της Τουρκίας, όταν η αστική τάξη της Τουρκίας εισβάλει στη Συρία και διεκδικεί ξένα εδάφη και νησιά στο Αιγαίο; Πως αλλιώς μπορεί να αναγνώσει τα συνθήματα και τις θέσεις πάνω στα οποία η αριστερά οφείλει να οικοδομήσει διεθνιστικό-αντιπολεμικό κίνημα; Υπάρχει κάτι άλλο από την καταγγελία των ενεργειών του Τούρκικου σοβινισμού; Τι μπορεί να πράξει η αριστερά που βρίσκεται από την άλλη μεριά των συνόρων; Τι άλλο αν όχι να καταγγείλει με τον ίδιο τρόπο την αμφισβήτηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας της;
Στην υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας δεν υπάρχει η υπεράσπιση αστικών συμφερόντων. Υπάρχει πριν από όλα η υπεράσπιση των ύψιστων δικαιωμάτων και συμφερόντων του λαού. Μια αριστερά που σήμερα διατυμπανίζει ότι δεν την ενδιαφέρει η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας της, οτιδήποτε άλλο παρά αντιπολεμικά παλεύει. Η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και το απαραβίαστο των συνόρων εναντιώνονται σε κάθε περίπτωση σε οποιαδήποτε επιθετική επιβουλή, από όπου και αν αυτή ξεκινά.
Το απαραβίαστο των συνόρων δεν συνιστά ένα αόριστο «διεθνιστικό κάλεσμα», αλλά στις σημερινές συνθήκες την καταγγελία όποιου τα αμφισβητεί. Και όποιος αμφισβητεί σύνορα δεν αμφισβητεί αόρατες γραμμές, αλλά εδάφη και συγκεκριμένα την εδαφική κυριαρχία κάποιας χώρας.
Αυτές οι θέσεις δεν μπορεί παρά να συμπεριλαμβάνονται ως θεμελιώδεις ενός αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος σήμερα. Δεν μπορεί παρά να μιλάμε για ένα κίνημα «που εναντιώνεται στον αλυτρωτισμό και τις επεκτατικές βλέψεις, στηρίζει το απαραβίαστο των συνόρων, την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία των χωρών και στρέφεται κατά της ιμπεριαλιστικής «προστασίας». Η ανάπτυξη ενός σταθερού, ρωμαλέου και μαζικού αντιιμπεριαλιστικού-αντιπολεμικού-διεθνιστικού κινήματος είναι η καλύτερη γέφυρα για τη φιλία και τη συνεργασία των λαών!».
Το περιεχόμενο του αντιπολεμικού κινήματος σε συνθήκες όπως τις σημερινές, ή του κινήματος που θα πρέπει να αναπτυχθεί σε συνθήκες εξαπόλυσης πολέμων θα διαμορφωθεί, αντικειμενικά, μέσα σε συνθήκες όξυνσης της πάλης. Αν η αριστερά υιοθετήσει θέσεις και συνθήματα όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο του ΠΡΙΝ, τότε είναι καταδικασμένη να παραγκωνιστεί από τις εξελίξεις και να αφήσει το πεδίο ανοιχτό στις δυνάμεις της αντίδρασης και του σοβινισμού. Όσο και αν αυτές οι απόψεις εμφανίζονται αδιάλλακτα διεθνιστικές και ταξικές, στην πραγματικότητα δεν υπηρετούν το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, αλλά αφήνουν την αριστερά και το κύρος της έκθετα στην κριτική και την πολεμική των πατριδοκάπηλων. Την αποσπούν τελικά από τις αγωνίες, τα δίκαια και τις πραγματικές ανάγκες του ελληνικού λαού. Σε αυτές τις ανάγκες οφείλει να σταθεί η αριστερά ξεκινώντας από τη σωστή ανάγνωση της πραγματικότητας και μόνο. Η πραγματική αριστερά έχει σήμερα ένα μεγάλο χρέος. Να μπολιαστεί με την κατανόηση της ανάγκης.
πηγή: Πορεία 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου