
Η ηγεσία του ΚΚΕ θέτει στην «ημερήσια διάταξη» την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και φυγομαχεί από τις διεκδικήσεις και τους σημερινούς αγώνες του λαϊκού κινήματος
Η θεωρία της ισχυρής Ελλάδας
Στο δεύτερο μέρος του κειμένου, σχετικά με τις θέσεις του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο, θα αναφερθούμε σε ορισμένα ζητήματα που αφορούν τη χώρα και στα ζητήματα της πάλης του ελληνικού λαού.
Αναφέρει το ΚΚΕ στις Θέσεις του, σε κεντρικό σημείο, ότι: «Η ελληνική αστική τάξη, με ιδιαίτερη επιθετικότητα, υπερασπίζεται και προωθεί τα στρατηγικά της συμφέροντα αυτοτελώς και μέσα από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αλλά και την ενδυνάμωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, για την αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και την περιοχή, ως ισχυρός ενεργειακός – μεταφορικός κόμβος, διεκδικώντας μεγαλύτερο μερίδιο από τη λεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων».
Το ΚΚΕ προσδίδει στη ντόπια αστική τάξη και στον κύριο πολιτικό εκφραστή της, την ελληνική κυβέρνηση, πολιτική αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας, που με τις δικές της δυνάμεις συμμετέχει στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Για το ΚΚΕ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ είναι μεν ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, αλλά υπό την έννοια ότι όλες οι χώρες που συμμετέχουν σε αυτούς είναι ιμπεριαλιστικές, όπως ιμπεριαλιστική είναι και η χώρα μας, που συμμετέχει λίγο-πολύ ισότιμα στις συγκεκριμένες συμμαχίες και γενικότερα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αναβαθμίζοντας τη θέση της στην περιοχή, διεκδικώντας μάλιστα και πολεμική λεία από τη μοιρασιά!
Το ΚΚΕ με τις Θέσεις του αποκρύπτει το
περιεχόμενο των οργανισμών αυτών, που φτιάχτηκαν με την πρωτοβουλία των
ιμπεριαλιστικών δυνάμεων των ΗΠΑ και της Ευρώπης για να απλώσουν πιο
εύκολα και πιο αποτελεσματικά τα πλοκάμια τους και τη σφαίρα επιρροής
τους στις πιο αδύναμες και εξαρτημένες χώρες. Αποκρύπτει ταυτόχρονα το
πραγματικό περιεχόμενο της σχέσης της χώρας μας με τους οργανισμούς
αυτούς: σχέσεις οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης.
Ο πρώτος που θα χειροκροτήσει μια τέτοια τοποθέτηση, σαν αυτή που κάνει το ΚΚΕ στις Θέσεις του, είναι το αστικό πολιτικό σύστημα και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που κερδίζει περγαμηνές «ανεξάρτητης πολιτικής» και βρίσκει τον «αριστερό» υπερασπιστή της απέναντι στην πίεση της κριτικής της ξενοδουλείας.
Οι συνθήκες της μνημονιακής υποδούλωσης και της ξένης εποπτείας των
προηγούμενων χρόνων, τα μνημονιακά μέτρα που βρίσκονται σε ισχύ, η
συνεχής επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας, οι δημοσιονομικοί κόφτες και
οι ρήτρες, η μετατροπή της χώρας σε τουριστική μπανανία και σε χώρα
υπηρεσιών, η διάλυση της αγροτικής παραγωγής, του πρωτογενούς και
δευτερογενούς τομέα, η εκτίναξη των εισαγωγών, η μείωση του ΑΕΠ σε
επίπεδα πριν το 2008, η μετανάστευση των νέων εργαζομένων, δεν
υπογραμμίζουν πολιτική αυτοτέλειας, όπως λέει το ΚΚΕ, αλλά το αντίθετο:
τον ασφυκτικό έλεγχο και τα ξένα δεσμά, και αποτελούν απτά δείγματα και
συνέπειες μιας εξαρτημένης και παρασιτικής οικονομίας.
Το δίκτυο των ξένων βάσεων που εκτείνεται από άκρη σε άκρη και η
μετατροπή της χώρας σε αμερικανονατοϊκό ορμητήριο, οι συμφωνίες με τις
ΗΠΑ και τη Γαλλία, η πρόβλεψη της δυνατότητας χρήσης ελληνικών
στρατευμάτων σε πολεμικές εκστρατείες όποτε και όπου της ζητηθεί, η
αποστολή φρεγατών σε πολεμικές αποστολές, η αμερικανοκίνητη υπαγωγή της
χώρας στον άξονα με το φιλοπόλεμο και φασιστικό Ισραήλ, δεν είναι
«αναβάθμιση της χώρας», όπως λέει η κυβέρνηση, αλλά η βαθύτερη πρόσδεσή
της στο άρμα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Η αποστολή οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία από τα νησιά, σε βάρος
των συμφερόντων της χώρας, και οι αγορές όπλων από τις ΗΠΑ και τις
ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες, με τα ματωμένα πλεονάσματα που
επιβλήθηκαν και τα δισεκατομμύρια που δαπανά ο ελληνικός λαός, χωρίς στη
χώρα μας να παράγεται ούτε μία βίδα, αποτελούν τη στρατηγική μιας
ξενόδουλης αστικής τάξης που πληρώνει ό,τι της ζητηθεί για να εξαγοράσει
την εύνοια και την ξένη προστασία.
«Οι άνδρες μας μάτωσαν δίπλα σε Αμερικανούς στρατιώτες στους
πολέμους στους οποίους συμμετείχαμε, και αυτό θα γίνει επίσης και στο
μέλλον», ανέφερε ο προηγούμενος υπουργός Άμυνας της ΝΔ. Αυτό δεν
είναι δήλωση αυτοτέλειας, όπως διατείνεται το ΚΚΕ, αλλά μία από τις
πολλές δηλώσεις λακεδισμού και υποτέλειας.
Όπως μνημείο λακεδισμού αποτελεί η τελευταία θέση του Μητσοτάκη πως
«δεν είναι η ώρα της νομιμότητας», μετά την γκανγκστερική επέμβαση των
ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, υπονομεύοντας τα κυριαρχικά συμφέροντα της χώρας
μας.
Σε ένα μήνα παρουσίας στην Ελλάδα, η νέα πρέσβης, κουβαλώντας στις
αποσκευές της όλο το πακέτο του τραμπισμού, συναντήθηκε με το μισό
υπουργικό συμβούλιο της ελληνικής κυβέρνησης, που υποκλίθηκε με
προσφωνήσεις, όπως του Γεωργιάδη, που καλωσόρισε «την αυτού εξοχότητα
κυρία Κίμπερλι Γκίλφοϊλ», στήνοντας ένα ολόκληρο σκηνικό επαναφοράς μιας
προηγούμενης περιόδου απροκάλυπτης αμερικανοκρατίας.
Επιβάλλοντας μια σειρά λεόντειες και αποικιοκρατικού τύπου συμφωνίες,
με διαδικασίες ταχύτατες, όπως η παραχώρηση της μεγάλης έκτασης στα
ναυπηγεία Ελευσίνας, αλλά και η νέα ενεργειακή συμφωνία μετατροπής της
χώρας όχι, όπως λέει ο Μητσοτάκης και το ΚΚΕ, «σε ισχυρό ενεργειακό
κόμβο», αλλά σε πρατήριο των αμερικανικών συμφερόντων.
Η κωλοτούμπα της κυβέρνησης από την «πράσινη» ενέργεια των
γερμανοευρωπαίων, που δαιμονοποιούσε τα ορυκτά και έσπευσε να κλείσει τα
εργοστάσια λιγνίτη στη χώρα μας απορρίπτοντας τις εξορύξεις, μέσα σε
μια νύχτα άλλαξε και, κάτω από την οδηγία του Τραμπ -«εξορύξεις, μωρό
μου, εξορύξεις»- έσπευσε να αλλάξει γραμμή και να προσαρμοστεί στις
οδηγίες και τις απαιτήσεις του «νέου σερίφη». Τέτοια αυτοτέλεια και
ανεξαρτησία!
Το ΚΚΕ, μέσα από μια τέτοια τοποθέτηση, αποσιωπά μπροστά στο λαό το
ρόλο που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν στη χώρα μας οι ξένες
δυνάμεις, και ιδιαίτερα οι Αμερικανοί επικυρίαρχοι, το ρόλο του ΝΑΤΟ και
της ΕΕ, έτσι που χάνεται από τον ορίζοντα ο βασικός αντίπαλος και το
βασικό στήριγμα του ελληνικού αστικού συστήματος, απέναντι στον οποίο
πρέπει να στραφεί το λαϊκό κίνημα.
Και παράλληλα εξωραΐζει τη ντόπια ολιγαρχία, το ντόπιο πολιτικό και
οικονομικό σύστημα και τους δορυφόρους του, την κυβέρνηση της ΝΔ, όταν
παραδίδει γη και ύδωρ, όταν εκχωρεί και θυσιάζει τα εθνικά – παλλαϊκά
συμφέροντα μπροστά στα δικά της ταξικά συμφέροντα για τη δική της
προστασία. Εξαιτίας ακριβώς της πολιτικής εθνικής υποτέλειας, που
εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις της, μετατράπηκε η χώρα μας σε πολεμικό
προγεφύρωμα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για την εξαπόλυση των αεροπορικών
επιδρομών κατά της Γιουγκοσλαβίας και των χωρών της Μ. Ανατολής, του
Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, της Συρίας, του Ιράν και ενάντια στον
αδούλωτο Παλαιστινιακό λαό από το φασιστικό Ισραήλ. Ενεργώντας οι
κυβερνήσεις της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης σαν πειθήνιο όργανο των
αμερικάνων και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών και για την προώθηση των
γενικότερων επεμβατικών τους σχεδίων στα Βαλκάνια, την Ανατολική
Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή, θέτουν μπροστά σε μεγάλους κινδύνους τα
εθνικά μας συμφέροντα και την ειρήνη στην περιοχή.
Το ΚΚΕ φράζει το δρόμο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, κομμάτι του
γενικότερου ταξικού αγώνα, που πρέπει στη χώρα μας να στραφεί ταυτόχρονα
ενάντια στο σπάσιμο της ξένης εξάρτησης και στην ανατροπή της
κοινωνικής της βάσης: των ντόπιων μονοπωλίων και της ελληνικής
ολιγαρχίας.
Σε κανένα σημείο των Θέσεων του ΚΚΕ δεν αναδεικνύονται τα μεγάλα
πολιτικά συνθήματα και στόχοι για έξοδο της Ελλάδας από την ΕΕ και το
ΝΑΤΟ. Για το ΚΚΕ, στα πλαίσια της γενικότερης αντικαπιταλιστικής και
τροτσκιστικής αντίληψής του, αυτοί οι στόχοι θα λυθούν μετά τη
σοσιαλιστική επανάσταση, υποτονίζοντας έτσι τον καταστροφικό ρόλο αυτών
των οργανισμών στη χώρα μας και εμποδίζοντας την πάλη για την ενίσχυση
του κινήματος για έξοδο της χώρας μας από αυτούς.
Φλας αριστερά – τιμόνι δεξιά
Η ηγεσία του ΚΚΕ, μέσα από τις Θέσεις της, διατυπώνει την εκτίμηση
άμεσων και μεγάλων επερχόμενων εξελίξεων και καλλιεργεί κλίμα προσμονής
επαναστατικής περιόδου.
Τα παρακάτω από τις Θέσεις του είναι κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα,
μεταξύ πολλών άλλων, των εκτιμήσεων και των καθηκόντων που αυτές
διαμορφώνουν:
«Η υλοποίηση αυτού του καθήκοντος αποκτά επείγουσα σημασία… για
να ανταποκριθούμε σε δύσκολες συνθήκες και σε απότομες αλλαγές, κατά τις
οποίες είναι πιο πιθανό να οδηγήσουν σε μαζική ριζοσπαστικοποίηση
εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, σε όξυνση της ταξικής πάλης, ακόμα και σε
αποσταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας».
«Ταυτόχρονα, είναι απαραίτητο να αναδεικνύεται ότι σήμερα διαμορφώνονται αυτές οι προϋποθέσεις για την ανατροπή…».
«Μπορεί
να μην είναι η στιγμή του σαλπίσματος άμεσης “εφόδου”, είναι όμως
απαραίτητη και αναγκαία η διαφώτιση για τον σκοπό, τον στόχο, τους όρους
και τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής».
«Διαμόρφωση
όλων των όρων και προϋποθέσεων, ετοιμότητα για δράση του Κόμματος σε
όλες τις συνθήκες, για εναλλαγή της νόμιμης με την παράνομη δουλειά» κλπ, κλπ.
Μέσα από αυτό το κλίμα προετοιμασίας για την «ανατροπή του
συστήματος», όπως λέει το ΚΚΕ, στην πραγματικότητα αναχωρεί από τα άμεσα
φλέγοντα προβλήματα του λαϊκού κινήματος. Μέσα από γλυκά λόγια για την
αποσταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας, που ακούγονται ευχάριστα,
και για επικείμενη έφοδο κατάληψης της εξουσίας, οι προσμονές για
επερχόμενες επαναστατικές αλλαγές μετατρέπονται σε φυγομαχία από την
πάλη για τις άμεσες οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις.
Δεκάδες φορές θα βρει κανείς στο κείμενο των Θέσεων του ΚΚΕ να
αναφέρεται στο γενικό στόχο της ανατροπής του καπιταλισμού και στο στόχο
του σοσιαλισμού – κομμουνισμού. Δεκάδες φορές αναπτύσσονται τα
καθήκοντα των μελών του ΚΚΕ για τη συγκέντρωση δυνάμεων και για την
αναγκαιότητα της καθημερινής προβολής του στρατηγικού στόχου της
επανάστασης κτλ. Ούτε μία φορά, όμως, δεν θα βρει κανείς να αναφέρεται ο
πολύ συγκεκριμένος στόχος της ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής· της
πολιτικής που τώρα εφαρμόζεται και κάτω από αυτήν βογκούν τα πλατιά
λαϊκά στρώματα.
Στην πραγματικότητα, η προσμονή για το «ρόδινο» επερχόμενο αύριο
αποτελεί υπνωτικό για τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις του σήμερα.
Το τι ακριβώς εξελίξεις και πότε μπορεί να τις έχουμε μπροστά μας δεν
μπορεί κανείς να το προφητέψει. Για το κομμουνιστικό κίνημα, όμως, το
διαβατήριο για το αύριο είναι οι πολύμορφοι αγώνες, οι οικονομικοί και
πολιτικοί αγώνες που αναπτύσσονται στο έδαφος του σήμερα.
Το ΚΚΕ βγάζει φλας αριστερά με κούφιες επαναστατικές διακηρύξεις και
στρίβει το τιμόνι δεξιά, φυγομαχώντας και γυρίζοντας την πλάτη στις
απαιτήσεις της ταξικής πάλης στο σήμερα, για την ανάπτυξη μαζικών αγώνων
και μαζικού κινήματος ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης.
Το παράδειγμα των μνημονίων
Η τελευταία φορά που είχαμε στη χώρα μας μεγάλες πολιτικές ανατροπές ήταν την προηγούμενη δεκαετία.
Αναφερόμαστε στην περίοδο της επιβολής των μνημονίων από τις ξένες
δυνάμεις της ΕΕ και του ΔΝΤ και των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων,
στην περίοδο της ραγδαίας πτώσης του βιοτικού επιπέδου του λαού, της
ανελέητης υφαρπαγής πολύχρονων κατακτήσεων, στην περίοδο της
απροκάλυπτης ξενοκρατίας και του ξεσπάσματος μεγάλων μαζικών
αντιμνημονιακών αγώνων. Στην περίοδο όπου εκδηλώθηκε μια πρωτοφανής
πολιτική αποδέσμευση πλατιών λαϊκών στρωμάτων και μια μεγάλη πολιτική
κρίση του αστικού συστήματος, όπου τα κόμματα του δικομματισμού από μια
εκλογική δύναμη του 75% το 2009, βρέθηκαν στο 32% το Μάιο του 2012.
Μιλάμε για την περίοδο όπου ο ΣΥΡΙΖΑ από το 4,5% των εκλογών του 2009
βρέθηκε με το 36% στην κυβέρνηση το 2015, αξιοποιώντας τους μεγάλους
μαζικούς και παρατεταμένους αγώνες, το παλλαϊκό κλίμα ενάντια στα
μνημόνια και τον έλεγχο αποικιακού τύπου που επιβλήθηκε στη χώρα και στο
λαό. Για να αποτελέσει τη χρυσή εφεδρεία του αστικού συστήματος, να
κάνει τη «βρόμικη δουλειά» και να το βγάλει από τη δύσκολη θέση.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και κρίσης
του αστικού πολιτικού συστήματος, το ΚΚΕ πρόβαλλε πως δεν «ξεπέφτει» στα
πλαίσια του αντιμνημονιακού αγώνα και των άμεσων αιτημάτων, θέτοντας
και πάλι στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της καπιταλιστικής εξουσίας,
προβάλλοντας ταυτόχρονα πως «εμείς δεν είμαστε αριστεροί, αλλά κομμουνιστές»,
και προωθώντας παράλληλα όλη την τακτική της διάσπασης και αποδυνάμωσης
των αγώνων, των συγκεντρώσεων και του συνδικαλιστικού κινήματος. Η
συνέπεια αυτής της πολιτικής του ΚΚΕ ήταν να ανοίξει το δρόμο στο ΣΥΡΙΖΑ
της ψευτοαριστεράς και του κάλπικου αντιμνημονιακού αγώνα,
ξελασπώνοντας το αστικό σύστημα και αυτό να καταβαραθρωθεί εκλογικά,
ζητώντας νέες εκλογές για να «διορθώσει» ο λαός την ψήφο του.
Και παράλληλα, μέσα από τις εξωφρενικές θέσεις που διατυπώνει περί
ιμπεριαλιστικής Ελλάδας, έστρεψε την πλάτη, ασκώντας μάλιστα και κριτική
στα αιτήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, μέσα σε συνθήκες απροκάλυπτης
καταπάτησής της, αφήνοντας το δρόμο στην πολιτική καπηλεία τους από
άλλες ρεφορμιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις.
Έλλειψη πίστης στο λαϊκό κίνημα
Πλάι-πλάι με τις βροντερές επαναστατικές διακηρύξεις του ΚΚΕ,
υπάρχουν μια σειρά τοποθετήσεις στις Θέσεις του που δείχνουν το
πραγματικό περιεχόμενο των αντιλήψεών του και την έλλειψη πίστης στη
δύναμη του λαϊκού παράγοντα. Λέει το ΚΚΕ σε μία από αυτές τις Θέσεις
του:
«Ταυτόχρονα, η παρούσα φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης δίνει
περιθώρια στο καπιταλιστικό σύστημα να εφαρμόσει πολιτικές συμμαχιών με
μεσαία στρώματα λαϊκών δυνάμεων. Επίσης, σε συνδυασμό με τη μείωση της
ανεργίας και την επέκταση του χρόνου εργασίας, διαμορφώνονται όροι
ενσωμάτωσης εργατικών τμημάτων με ορισμένες αυξήσεις σε μισθούς κ.λπ.».
Οι Θέσεις αυτές που μιλάνε για ενσωμάτωση μεσαίων στρωμάτων και
τμημάτων εργαζομένων διαστρεβλώνουν τη σκληρή πραγματικότητα που ζει στο
πετσί του η συντριπτική πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού και αναπαράγουν
την κυβερνητική προπαγάνδα της «ανάπτυξης», της ψευδεπίγραφης «μείωσης
της ανεργίας» και των πλασματικών «αυξήσεων σε μισθούς». Έρχονται από τα
«αριστερά» να στηρίξουν ακόμη και το εξωφρενικό κυβερνητικό αφήγημα για
το θετικό μέτρο της κατάργησης του 8ώρου, όταν το ΚΚΕ αναπαράγει τον
ισχυρισμό πως η επέκταση του χρόνου εργασίας διαμορφώνει όρους
ενσωμάτωσης εργατικών τμημάτων.
Σε άλλο σημείο των Θέσεων αναφέρεται:
«Παίρνουμε υπόψη ότι η
αστική τάξη, με τη μακρόχρονη ελληνική και διεθνή εμπειρία της, με τον
ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας στην υπηρεσία της, μέσα στην
παραγωγική διαδικασία, με την έκταση και το βάθεμα της επεξεργασμένης
προπαγάνδας της, ασκεί πολύμορφο αρνητικό ρόλο, οδηγεί σε συνεχή
συντηρητικοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης συνολικά».
Πίσω από τις Θέσεις για «ενσωμάτωση» και «συνεχή συντηρητικοποίηση»
τμημάτων των εργαζομένων υπάρχει η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δύναμη των
λαϊκών μαζών, στη δύναμη του ενιαίου λαϊκού αγώνα. Υπάρχει η ηττοπαθής
και συμβιβαστική αντίληψη ότι «ο κόσμος δεν τραβά», ότι η εργατική τάξη
και ο λαός δεν μπορούν να φρενάρουν την κυβερνητική επίθεση και να
προασπίσουν τα ζωτικά οικονομικά και κοινωνικά τους συμφέροντα, υπάρχει
τελικά η υποταγή και προσαρμογή στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.
Το ΚΚΕ, κοντά μισό αιώνα μετά τη ρεβιζιονιστική ανατροπή του 1956,
είχε εγκαταλείψει τους μεγάλους στρατηγικούς στόχους του κομμουνιστικού
κινήματος στο όνομα της πάλης για επί μέρους βελτιώσεις και
μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος,
υποτάσσοντας έτσι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του προλεταριάτου σε
εφήμερες σκοπιμότητες και θυσιάζοντας τις στρατηγικές επιδιώξεις σε
καιροσκοπικούς τακτικισμούς. Τώρα, η ηγεσία του έχει περάσει στο άλλο
άκρο: εγκαταλείπει την πάλη για τα άμεσα, φλέγοντα αιτήματα των λαϊκών
μαζών, την πάλη για την απόκρουση και ανατροπή των αντεργατικών μέτρων
της κυβερνητικής πολιτικής, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο, την περίοδο
των μνημονίων, να περιφρονεί και να καταδικάζει τον «αντιμνημονιακό
αγώνα». Εκμηδενίζει τη σημασία εφαρμογής μιας σωστής τακτικής, μέσα από
την οποία μπορούν να κερδηθούν οι απαραίτητες δυνάμεις για την επίτευξη
των στρατηγικών επιδιώξεων, και προβάλλει μια κούφια αντικαπιταλιστική
συνθηματολογία, όπως «ο πλούτος στα χέρια των εργατών», κάνοντάς την
αποκλειστικό στοιχείο της καθημερινής προπαγάνδας και δράσης του,
θεωρώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ώριμες τις συνθήκες και ευνοϊκό τον
συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων για να μπει στην ημερήσια διάταξη το
ζήτημα της πολιτικής εξουσίας.
Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του ΚΚΕ υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες
του αγώνα και στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει το αριστερό και
κομμουνιστικό κίνημα, ύστερα από την καπιταλιστική παλινόρθωση και τη
χρεοκοπία του ρεβιζιονισμού, και όλα αυτά τα επενδύει με
ψευτοεπαναστατικά συνθήματα και κούφιες «αντεπιθέσεις».
Λίγο …το κίνημα των Τεμπών
Λέει στις Θέσεις του το ΚΚΕ για το μεγάλο κίνημα που αναπτύχθηκε απέναντι στο έγκλημα των Τεμπών και την κυβερνητική συγκάλυψη:
«Αν
και αυτή η ευρύτερη δυσαρέσκεια εκφράστηκε και με πολύ μαζικό και
αγωνιστικό τρόπο στις πρόσφατες κινητοποιήσεις με αφορμή τα δύο χρόνια
από το έγκλημα στα Τέμπη, παραμένει ρηχή και σε σημαντικό βαθμό
περιορισμένη πολιτικά…
Η δυσαρέσκεια αυτή δεν σηματοδοτεί συνολική
αμφισβήτηση του καπιταλιστικού συστήματος, της καπιταλιστικής
ιδιοκτησίας και της εξουσίας του κεφαλαίου. Όλα αυτά σηματοδοτούν
αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και αποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη της ταξικής
πάλης είναι πίσω από τις ανάγκες της περιόδου».
Πέφτει λίγο στην ηγεσία του ΚΚΕ, που κατά τα άλλα προετοιμάζεται για
την ανατροπή, η τεράστια κινητοποίηση μαζών που εκδηλώθηκε για την
υπόθεση των Τεμπών, εκφράζοντας μια γενικότερη αντικυβερνητική
δυσαρέσκεια με πρωτοφανή μαζικότητα. Και με τις Θέσεις του τώρα κουνάει
το δάχτυλο στο λαό, που «δεν ανταποκρίνεται» στις απαιτήσεις του
αντικαπιταλιστικού του προγράμματος και στις «ανάγκες της περιόδου».
Η ηγεσία του ΚΚΕ μετακυλίει τις δικές της ευθύνες και αναπαράγει την
προσφιλή της τακτική -μια τακτική ξένη για το αριστερό κίνημα- ότι
φταίει ο κόσμος που δεν τραβάει και δεν καταλαβαίνει, που
συντηρητικοποιείται, που ενσωματώνεται και που δεν ανταποκρίνεται.
Υπόσκαψη του εργατικού, συνδικαλιστικού και λαϊκού κινήματος
Όλη η γραμμή που προβάλλει το ΚΚΕ έρχεται να επενδύσει με τον πιο
επιζήμιο τρόπο για το λαϊκό κίνημα τις Θέσεις του για το εργατικό
συνδικαλιστικό κίνημα, όπου λέει στο κείμενο των Θέσεων:
«Η πρόταση που επικαλείται την “ενότητα στο πρόβλημα” ως γραμμή
συσπείρωσης είναι μια γραμμή που έχει καταδικαστεί και ξεπεραστεί από
την ίδια τη ζωή, από την πείρα της ταξικής πάλης· γι’ αυτό έχει
απορριφθεί από το Κόμμα μας…».
Αυτό που αρνείται το ΚΚΕ είναι η συσπείρωση των εργαζομένων και των
λαϊκών δυνάμεων μέσα στα σωματεία τους, στα συνδικάτα και στους
συλλόγους, στα κοινωνικά μέτωπα πάλης, πάνω σε συγκεκριμένες άμεσες,
ζωτικές διεκδικήσεις. Αρνείται και φράζει τον δρόμο στη συσπείρωση και
την ενότητα δυνάμεων πάνω σε καθορισμένα αιτήματα και στην ανάπτυξη
αγώνων για τη διεκδίκησή τους. Και η «διέξοδος» που δίνει τώρα στους
εργαζόμενους και στις λαϊκές δυνάμεις που πλήττονται άγρια από την
κυβερνητική αντιλαϊκή πολιτική, της φτώχειας και την ανελέητης
ακρίβειας, σχετικά με το τι πρέπει να γίνει άμεσα, είναι η πάλη …για την
πολιτική εξουσία. Γράφει συγκεκριμένα στις Θέσεις του:
«Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης ότι στο πιεστικό ερώτημα “τι
να γίνει άμεσα”, η απάντηση είναι ότι πρέπει να δυναμώσουν η συζήτηση
και η δράση για τη συγκέντρωση δυνάμεων, η πάλη για τα μέτωπα που
βγάζουν οι ίδιες οι εξελίξεις, με πολιτική ταξικής σύγκρουσης που
ωριμάζει τις εργατικές συνειδήσεις, ώστε να δώσουν αποφασιστικά τη μάχη
για ριζικές ανατροπές στην οικονομία και την πολιτική εξουσία…».
Μέσα από τέτοιες σεχταριστικές αντιλήψεις και ψευτοεπαναστατικές
διακηρύξεις, το ΚΚΕ διευκολύνει από τα αριστερά την κυβέρνηση και το
αστικό σύστημα, φράζοντας τον δρόμο στον λαό να συσπειρωθεί και να
αναπτύξει κοινούς αγώνες κλαδικούς και γενικούς πάνω σε συγκεκριμένα
προβλήματα και άμεσες διεκδικήσεις απέναντι στην κυβερνητική πολιτική
και στην εργοδοσία.
Μέσα από τέτοιες αντιλήψεις, το ΚΚΕ προωθεί τη διάσπαση στο σώμα του
εργατικού και λαϊκού κινήματος, προβάλλοντας ως πόλο συσπείρωσης το
«αντικαπιταλιστικό ΠΑΜΕ» και θέτοντας στα όργανα δράσης -στα σωματεία,
στα συνδικάτα και στους συλλόγους- κριτήρια ιδεολογικής και πολιτικής
καθαρότητας, για την ανατροπή της εξουσίας, προωθώντας τη διαίρεση και
τον κατακερματισμό.
O αγώνας της εργατικής τάξης και του λαού πρέπει να έχει στο
επίκεντρό του τα άμεσα αιτήματα πάλης για την ανατροπή των αντεργατικών
μέτρων και τη σταθερή διεκδίκηση και επανακατάκτηση των εργατικών και
λαϊκών δικαιωμάτων που καταργήθηκαν, σε σύνδεση, πάντα, με τα γενικότερα
αιτήματα πάλης για την ανατροπή, συνολικά, της κυβερνητικής πολιτικής,
τον αγώνα για την έξοδο από την EE και το NATO και το γκρέμισμα της
ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας.
H πολιτική που δε συμβάλλει, δεν στηρίζει και δεν παλεύει για να
διασφαλίσει την πιο πλατιά και μαζική συμμετοχή των εργαζομένων στον
κοινό αγώνα πάνω στα άμεσα και καυτά προβλήματα και, ακόμα χειρότερα,
που υποσκάπτει τη μαζικότητα και διασπά την κοινή πάλη με οποιοδήποτε
πρόσχημα «ταξικής καθαρότητας», είναι πολιτική βαθιά λαθεμένη και
επιζήμια, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις πραγματικές ανάγκες του
ευρύτερου λαϊκού κινήματος και είναι ξένη προς τους αγωνιστικούς σκοπούς
και τις παραδόσεις του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
Βέβαια, μια αγωνιστική ταξική πολιτική δε βλέπει τη μαζικότητα των
αγώνων μονοδιάστατα, περιορίζοντας τον ορίζοντά της στα πλαίσια της
ενιαίας πάλης για τα άμεσα αιτήματα, παραβλέποντας τον πολιτικό τους
προσανατολισμό. Αν η μαζικότητα των αγώνων αποτελεί προϋπόθεση χωρίς την
εκπλήρωση της οποίας κανένας αγώνας δεν μπορεί να αναπτυχθεί
αποτελεσματικά, ο σωστός ή όχι πολιτικός προσανατολισμός των αγώνων
είναι αυτός που θα καθορίσει τελικά την προοπτική και την έκβασή τους.
Γι’ αυτό το σκοπό, μια πραγματικά αριστερή πολιτική πρέπει όχι μόνο να
στηρίζει και να συμβάλλει στη μαζικοποίηση των αγώνων, αλλά πρέπει,
επίσης, να επιδιώκει να μπολιάσει τους αγώνες με το δικό της αγωνιστικό
ταξικό περιεχόμενο, να προβάλλει ενεργητικά και να παλεύει σταθερά για
τον αναγκαίο πολιτικό προσανατολισμό, την κατεύθυνση και την προοπτική
των αγώνων.
Ούτε το ίδιο το ΚΚΕ, όμως, δεν μπορεί εύκολα να εφαρμόσει μια τέτοια
γραμμή που υποσκάπτει το μαζικό κίνημα, όταν δέχεται την καυτή ανάσα και
την πίεση της λαϊκής βάσης. Έξω από τη γραμμή του και σε αντιπαράθεση
με αυτή, στο αγροτικό κίνημα, για να μη βρεθεί μακριά από αυτό, το ΚΚΕ
εφαρμόζει τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που λέει στις Θέσεις του.
Ο αγώνας των αγροτών και των κτηνοτρόφων αναπτύχθηκε πάνω ακριβώς σε
αυτό που απορρίπτει το ΚΚΕ λέγοντας «ενότητα στο πρόβλημα». Οι δυνάμεις
των αγροτών συσπειρώθηκαν σε συγκεκριμένα και καθορισμένα προβλήματα και
αιτήματα και αυτά υποχρεώθηκαν να εκφράσουν και οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ,
όπως πάνω σε συγκεκριμένα αιτήματα αναπτύσσονται όλοι οι οικονομικοί και
συνδικαλιστικοί αγώνες και όχι σε γενικά αντικαπιταλιστικά πολιτικά
πλαίσια.
Και οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ βρέθηκαν σε αγαστή συνεργασία στο
πλαίσιο της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων μαζί με τους
αγροτοσυνδικαλιστές της Δεξιάς, του ΠΑΣΟΚ και άλλων δυνάμεων, που κάτω
από την ισχυρή αγωνιστική πίεση της βάσης υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν
στις παρατεταμένες κινητοποιήσεις. Αυτή η επιτροπή, με την πολύχρωμη
σύνθεση που αποτυπώνει το συσχετισμό των δυνάμεων στα μπλόκα, αποτέλεσε
το κέντρο του αγώνα και όχι κάποιο από τα προκατασκευασμένα παραταξιακά
σχήματα που έχει φτιάξει το ΚΚΕ, προβάλλοντάς τα ως τα κέντρα που θα
διεξάγουν, θα εκπροσωπούν και θα οργανώνουν τους αγώνες. Δηλαδή το ΠΑΜΕ
για τους εργαζόμενους, το ΜΑΣ για τους φοιτητές και το ΠΑΣΥ για τους
αγρότες.
Άλλο βέβαια αν ο ευρύτερος πολιτικός προσανατολισμός του ΚΚΕ στο
αγροτικό κίνημα, και όχι μόνο, δεν έχει μια σταθερή αντικυβερνητική
κατεύθυνση, αλλά κινείται στις ράγες της υποχώρησης και του συμβιβασμού,
γεγονός που καθόρισε για άλλη μια φορά την αρνητική έκβαση του αγώνα
των αγροτών.
Στοιχειώδης προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των αγώνων είναι η
μαζικότητά τους και καμιά μαζικότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει κανένα
αυτόκλητο κέντρο ταξικού ή επαναστατικού αγώνα φτιαγμένο στον Περισσό ή
όπου αλλού.
Τα κέντρα αυτά -όπως το ΠΑΜΕ- αποτελούν όχι κέντρα αγώνα -όπως λέει το ΚΚΕ- αλλά κέντρα διάσπασης και αποδυνάμωσης του αγώνα που, όπως δείχνει και τώρα η εμπειρία των αγροτών, μπορούν να αναπτυχθούν μαζικά στα πλαίσια του ενιαίου συνδικαλιστικού κινήματος και μέσα από την άσκηση πιέσεων προς τις ρεφορμιστικές ηγεσίες.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου