
Η προγραμματισμένη –εκτός απροόπτου– συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με τον Ντόναλντ Τραμπ στις 14–15 Μαΐου στο Πεκίνο πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων αλλά και κρίσιμων διαπραγματεύσεων. Η σύνοδος είχε ήδη αναβληθεί μία φορά λόγω της επίθεσης των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και πλέον διεξάγεται υπό τη σκιά μιας εύθραυστης εκεχειρίας, ενεργειακών αναταράξεων και ανοιχτών μετώπων στη Μέση Ανατολή.
Ενώ αρχικά το βάρος θα δινόταν σε εμπορικές συμφωνίες, δασμούς και τεχνολογικούς περιορισμούς, πλέον το ζήτημα του Ιράν και ειδικά η κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ αναδεικνύεται σε κεντρικό θέμα. Αμερικανοί αξιωματούχοι, όπως ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ, καλούν ανοιχτά το Πεκίνο να «πιέσει» την Τεχεράνη για το άνοιγμα της ναυσιπλοΐας, αναγνωρίζοντας έμμεσα το ειδικό βάρος της Κίνας, ενώ και η κινεζική διπλωματία τοποθετεί το ζήτημα ψηλά στις προτεραιότητές της.
Στο Πεκίνο εκτιμούν ότι το αδιέξοδο στη σύγκρουση με το Ιράν μπορεί
να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση, καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζονται
εγκλωβισμένες σε μια παρατεταμένη κρίση με σημαντικό οικονομικό και
πολιτικό κόστος. Ταυτόχρονα όμως, η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο
επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας, γεγονός που επιβάλλει
προσεκτικούς χειρισμούς.
Κεντρικό σημείο αποτελεί το Στενό του
Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου
ενέργειας και μέσω του οποίου καλύπτεται σημαντικό ποσοστό των κινεζικών
αναγκών. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου
και οι αμερικανικές ναυτικές κινήσεις μετατρέπουν το ενεργειακό σε
καθοριστικό παράγοντα των συνομιλιών.








