
Η επίσκεψη του Βρετανού πρωθυπουργού Στάρμερ στο Πεκίνο ήταν η πιο πρόσφατη δυτικού ηγέτη, μετά από εκείνες του Γάλλου Προέδρου Μακρόν και του Καναδού πρωθυπουργού Κάρνεϊ. Με την επικείμενη επίσκεψη του Γερμανού καγκελαρίου Μέρτς στα τέλη Φεβρουαρίου, συμπληρώνεται ένα «καρέ» ηγετών των G7 που θα έχουν συναντηθεί με τον Σι Τζινπίνγκ. Ενδιάμεσα, το Πεκίνο επισκέφθηκε και ο Φινλανδός πρωθυπουργός Πέτερι Όρπο, από χώρα που εντάχθηκε πρόσφατα στο ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Οι αλλεπάλληλες αυτές επισκέψεις, από κυβερνήσεις που μέχρι πρόσφατα
συγκαταλέγονταν στους σφοδρότερους επικριτές του Πεκίνου, αντανακλούν
τις οξυνόμενες αντιθέσεις στο εσωτερικό του δυτικού ιμπεριαλιστικού
στρατοπέδου. Αντιθέσεις που βαθαίνουν από την πολιτική ωμών εκβιασμών
των ΗΠΑ και τις οποίες η Κίνα επιχειρεί να αξιοποιήσει για να ενισχύσει
τη θέση της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Το Πεκίνο επιδιώκει να
προσεταιριστεί δυτικές πρωτεύουσες μέσω πολιτικών και οικονομικών
ανοιγμάτων, την ώρα που ο Τραμπ απειλεί και υψώνει τείχη
προστατευτισμού. Παράλληλα, τις καλεί να «αυτονομηθούν» απέναντι στην
αμερικανική ηγεμονία. Πρόκειται για συνειδητή παρέμβαση στο εσωτερικό
του ευρωατλαντικού μπλοκ.








