
Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών ξεκίνησε τελικά στις 23 Μαρτίου στο Συνεδριακό Κέντρο «Γαιόπολις» στη Λάρισα, έναν χώρο που επιλέχθηκε επειδή τα υπάρχοντα δικαστήρια κρίθηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες μιας τόσο μεγάλης διαδικασίας. Ωστόσο, παρά τα περίπου τρία χρόνια προετοιμασίας και το υπέρογκο κόστος που ξεπέρασε το 1,6 εκατομμύριο ευρώ, η αίθουσα αποδείχθηκε από την πρώτη κιόλας μέρα ακατάλληλη για την ομαλή διεξαγωγή της δίκης.
Συγγενείς θυμάτων, επιζώντες, δικηγόροι και δημοσιογράφοι βρέθηκαν στοιβαγμένοι σε έναν ασφυκτικά γεμάτο χώρο, χωρίς επαρκή έδρανα, μικρόφωνα και βασικές συνθήκες ασφάλειας. Συγγενείς αναγκάστηκαν να καθίσουν ακόμη και στο εδώλιο, ενώ συνήγοροι στέκονταν όρθιοι μπροστά στην έδρα. Για επιζώντες και επιζήσασες της σύγκρουσης, η αποπνικτική ατμόσφαιρα λειτούργησε ως τραυματική αναβίωση του εγκλήματος, προκαλώντας κρίσεις πανικού και λιποθυμικά επεισόδια.
Παρά τις καταγγελίες, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, επέμενε ότι η αίθουσα είναι «απολύτως κατάλληλη», συγκρίνοντάς την με ευρωπαϊκές. Την ίδια στιγμή, όμως, αποκαλύπτονταν σοβαρές ελλείψεις: μη λειτουργικό σύστημα πυρανίχνευσης, άχρηστα υλικά στον υπόγειο χώρο που έπρεπε να απομακρυνθούν εκτάκτως και ύπαρξη δεξαμενών προπανίου εντός του κτιρίου. Σε μια δίκη που αφορά ένα έγκλημα με κεντρικό ζήτημα την ασφάλεια, αποδεικνύεται ξανά πως η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως κόστος.
Μετά τις πρώτες αντιδράσεις, επιβλήθηκαν περιορισμοί στον αριθμό των παρευρισκομένων, με αποτέλεσμα συγγενείς θυμάτων να αποκλείονται από τη διαδικασία. Βέβαια, την ίδια ώρα, εξασφαλίστηκε η μαζικότατη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων μέσα στην αίθουσα. Οι συνεχείς αναβολές, οι αλλαγές αποφάσεων, ο κατακερματισμός της υπόθεσης σε παράλληλες δίκες και η απόρριψη αιτημάτων των συγγενών για πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία, για εκταφές και για ανεξάρτητους εργαστηριακούς ελέγχους, ενισχύουν την πεποίθηση ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια συστηματική επιχείρηση συγκάλυψης από την κυβέρνηση, τη δικαστική εξουσία και τους κρατικούς μηχανισμούς.
Το έγκλημα των Τεμπών δεν αποτελεί
«ανθρώπινο λάθος», αλλά αποτέλεσμα της πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων, της
απαξίωσης του δημόσιου σιδηρόδρομου και της καταστολής της
συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων που εδώ και χρόνια
προειδοποιούσαν για τις τραγικές ελλείψεις στην ασφάλεια. Η κυβέρνηση
της ΝΔ φέρει ευθύνη για μια πολιτική που θυσιάζει ανθρώπινες ζωές στον
βωμό του κέρδους.
Η πραγματική δικαίωση για τους 57 νεκρούς δεν θα
προκύψει από την αστική δικαιοσύνη που αποτελεί έρμαιο της κυβερνητικής
εξουσίας, αλλά από τη δύναμη των λαϊκών κινητοποιήσεων. Στον δρόμο και
στους συλλογικούς αγώνες διαμορφώνονται οι κοινωνικοί συσχετισμοί που
μπορούν να ανατρέψουν τις εγκληματικές πολιτικές, να επιβάλουν
πραγματική δικαιοσύνη και να βοηθήσουν τον λαό να ανασάνει.
Η πολύκροτη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών ξεκίνησε τελικά στις 23 Μαρτίου στο Συνεδριακό Κέντρο «Γαιόπολις» στη Λάρισα, έναν χώρο που επιλέχθηκε επειδή τα υπάρχοντα δικαστήρια κρίθηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες μιας τόσο μεγάλης διαδικασίας. Ωστόσο, παρά τα περίπου τρία χρόνια προετοιμασίας και το υπέρογκο κόστος που ξεπέρασε το 1,6 εκατομμύριο ευρώ, η αίθουσα αποδείχθηκε από την πρώτη κιόλας μέρα ακατάλληλη για την ομαλή διεξαγωγή της δίκης.
Συγγενείς θυμάτων, επιζώντες, δικηγόροι και δημοσιογράφοι βρέθηκαν στοιβαγμένοι σε έναν ασφυκτικά γεμάτο χώρο, χωρίς επαρκή έδρανα, μικρόφωνα και βασικές συνθήκες ασφάλειας. Συγγενείς αναγκάστηκαν να καθίσουν ακόμη και στο εδώλιο, ενώ συνήγοροι στέκονταν όρθιοι μπροστά στην έδρα. Για επιζώντες και επιζήσασες της σύγκρουσης, η αποπνικτική ατμόσφαιρα λειτούργησε ως τραυματική αναβίωση του εγκλήματος, προκαλώντας κρίσεις πανικού και λιποθυμικά επεισόδια.
Παρά τις καταγγελίες, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, επέμενε ότι η αίθουσα είναι «απολύτως κατάλληλη», συγκρίνοντάς την με ευρωπαϊκές. Την ίδια στιγμή, όμως, αποκαλύπτονταν σοβαρές ελλείψεις: μη λειτουργικό σύστημα πυρανίχνευσης, άχρηστα υλικά στον υπόγειο χώρο που έπρεπε να απομακρυνθούν εκτάκτως και ύπαρξη δεξαμενών προπανίου εντός του κτιρίου. Σε μια δίκη που αφορά ένα έγκλημα με κεντρικό ζήτημα την ασφάλεια, αποδεικνύεται ξανά πως η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως κόστος.
Μετά τις πρώτες αντιδράσεις, επιβλήθηκαν περιορισμοί στον αριθμό των παρευρισκομένων, με αποτέλεσμα συγγενείς θυμάτων να αποκλείονται από τη διαδικασία. Βέβαια, την ίδια ώρα, εξασφαλίστηκε η μαζικότατη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων μέσα στην αίθουσα. Οι συνεχείς αναβολές, οι αλλαγές αποφάσεων, ο κατακερματισμός της υπόθεσης σε παράλληλες δίκες και η απόρριψη αιτημάτων των συγγενών για πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία, για εκταφές και για ανεξάρτητους εργαστηριακούς ελέγχους, ενισχύουν την πεποίθηση ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια συστηματική επιχείρηση συγκάλυψης από την κυβέρνηση, τη δικαστική εξουσία και τους κρατικούς μηχανισμούς.
Το έγκλημα των Τεμπών δεν αποτελεί
«ανθρώπινο λάθος», αλλά αποτέλεσμα της πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων, της
απαξίωσης του δημόσιου σιδηρόδρομου και της καταστολής της
συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων που εδώ και χρόνια
προειδοποιούσαν για τις τραγικές ελλείψεις στην ασφάλεια. Η κυβέρνηση
της ΝΔ φέρει ευθύνη για μια πολιτική που θυσιάζει ανθρώπινες ζωές στον
βωμό του κέρδους.
Η πραγματική δικαίωση για τους 57 νεκρούς δεν θα
προκύψει από την αστική δικαιοσύνη που αποτελεί έρμαιο της κυβερνητικής
εξουσίας, αλλά από τη δύναμη των λαϊκών κινητοποιήσεων. Στον δρόμο και
στους συλλογικούς αγώνες διαμορφώνονται οι κοινωνικοί συσχετισμοί που
μπορούν να ανατρέψουν τις εγκληματικές πολιτικές, να επιβάλουν
πραγματική δικαιοσύνη και να βοηθήσουν τον λαό να ανασάνει.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου