προδημοσίευση από το Λαϊκό Δρόμο
Η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ
Το φιλοπόλεμο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ
Δόθηκε στη δημοσιότητα από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, στα τέλη Νοέμβρη 2025, η νέα «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας». Αυτή -όπως και οι προηγούμενες το 2017 και 2022- καθορίζει τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τις επιδιώξεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για το επόμενο διάστημα. Εστιάζει στις βασικές περιοχές του πλανήτη (Δυτικό Ημισφαίριο, Ασία-Ειρηνικός, Ευρώπη), όπου διακυβεύονται τα συμφέροντά του, και συνοψίζει την πολιτική του απέναντι σε στρατηγικούς αντιπάλους και συμμάχους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα κείμενο που διαπνέεται από το φιλοπόλεμο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ και το οποίο έχει ομοιότητες αλλά και διαφορές με την προηγούμενη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας της περιόδου Μπάιντεν και Ομπάμα.
Μια επιθετική πολιτική για να επιβληθεί και να αποκατασταθεί ξανά
η αμερικάνικη κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο
Η πιο σημαντική διαφορά της νέας στρατηγικής από την προηγούμενη αφορά στην εκτεταμένη αναφορά που γίνεται τώρα στο Δυτικό Ημισφαίριο, στο πώς δηλαδή οι ΗΠΑ θα επιβάλουν και θα διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση τους στην αμερικανική ήπειρο, κρατώντας μακριά τους ανταγωνιστές τους, ιδιαίτερα από τη Λ. Αμερική. Στη Β. Αμερική επιδίωξή τους είναι να μετατρέψουν τον Καναδά σε πολιτεία των ΗΠΑ και να προσαρτήσουν άμεσα τη Γροιλανδία, στέλνοντας τις τελευταίες μέρες ειδικό απεσταλμένο για να προωθήσει το σχέδιο της προσάρτησης, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της Δανίας, που απειλεί ότι αυτό θα επιφέρει τη διάλυση του ΝΑΤΟ.
Αναφέρει συγκεκριμένα η νέα στρατηγική των ΗΠΑ: «Μετά από χρόνια παραμέλησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβεβαιώσουν και θα επιβάλουν εκ νέου το Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο, και να προστατεύσουν την πατρίδα μας και την πρόσβασή μας σε βασικές γεωγραφικές περιοχές σε όλη την περιοχή. Θα αρνηθούμε στους ανταγωνιστές εκτός Ημισφαιρίου τη δυνατότητα να τοποθετήσουν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές δυνατότητες, ή να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικά ζωτικά περιουσιακά στοιχεία.[…] Θέλουμε ένα Ημισφαίριο που παραμένει απαλλαγμένο από εχθρική ξένη εισβολή ή ιδιοκτησία βασικών περιουσιακών στοιχείων, και που υποστηρίζει κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού· και θέλουμε να διασφαλίσουμε τη συνεχή πρόσβασή μας σε βασικές στρατηγικές τοποθεσίες. Με άλλα λόγια, θα επιβεβαιώσουμε και θα επιβάλουμε ένα “Παράρτημα Τραμπ” στο Δόγμα Μονρόε».
Τα επιτελεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού αποφαίνονται ότι η υπερεπέκταση όλων των προηγούμενων δεκαετιών και η εξασθένηση που αυτή επέφερε σταδιακά επιβάλλουν, όπως αναφέρουν, «Μια αναπροσαρμογή της παγκόσμιας στρατιωτικής μας παρουσίας για την αντιμετώπιση επειγουσών απειλών στο Ημισφαίριό μας, ειδικά των αποστολών που προσδιορίζονται σε αυτή τη στρατηγική, και μακριά από θέατρα των οποίων η σχετική σημασία για την εθνική ασφάλεια της Αμερικής έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες ή χρόνια».
Θέλουν να κατοχυρώσουν και να εδραιώσουν, με τρόπο επιθετικό και επεκτατικό, τον έλεγχο και την κυριαρχία τους στη Λατινική Αμερική. Κάτι που διαπιστώνουμε τώρα στη Βενεζουέλα, όπου με την πολιτική της κανονιοφόρου και ύστερα από μήνες αεροπορικό και ναυτικό αποκλεισμό εξαπέλυσαν στρατιωτική δολοφονική επίθεση για την απαγωγή και την αιχμαλωσία του προέδρου Μαδούρο, καταπατώντας την εθνική κυριαρχία της χώρας και κουρελιάζοντας κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου. Η καταπολέμηση των ναρκωτικών αποδείχθηκε μια μεγάλη απάτη, καθώς οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν στρατιωτική επίθεση για την ανατροπή της κυβέρνησης και συνεχίζουν τον αποκλεισμό της Βενεζουέλας, προχωρώντας σε κατάσχεση των δεξαμενοπλοίων της και του πετρελαίου που εξάγει, με σκοπό να εκβιάσουν και να επιβάλουν μια κυβέρνηση ανδρεικέλων, προκειμένου να πατήσουν την μπότα τους στη χώρα και να καταληστεύσουν τον πλούτο της, ιδιαίτερα τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει. Ταυτόχρονα, στέλνουν επιθετικά μηνύματα στους ανταγωνιστές τους, κινέζους και ρώσους ιμπεριαλιστές, για το ποιος είναι το αφεντικό στη Λ. Αμερική. Έτσι,υπενθυμίζουν την ισχύ του ιστορικού δόγματος Μονρόε (1823), που αναφερόταν στην αρχή «καμία νέα ευρωπαϊκή αποικία στο Δυτικό Ημισφαίριο», δόγμα που αποτέλεσε στον 20ό αιώνα τη βάση για την επέκταση της κυριαρχίας τους και στον υπόλοιπο πλανήτη. Για πρώτη φορά, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αναγνωρίζει δημόσια, σε ένα κείμενο μάλιστα τέτοιας βαρύτητας, πως απειλείται η κυριαρχία του στην «πίσω αυλή του» και υπάρχει η ανάγκη να επιβληθεί ξανά και να αποκατασταθεί η αμερικάνικη υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να αποκρουστούν οι «επείγουσες απειλές» από τους εκτός Ημισφαιρίου ανταγωνιστές του και η δυνατότητά τους «να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικά ζωτικά περιουσιακά στοιχεία, στο Ημισφαίριό μας».
Όλα αυτά φωτογραφίζουν, κατά κύριο λόγο, τον κινέζικο ιμπεριαλισμό και την τεράστια οικονομική του διείσδυση στις χώρες της Λ. Αμερικής τις τελευταίες δυο δεκαετίες, καθώς και τις μεγάλες επενδύσεις του σε στρατηγικές υποδομές, λιμάνια, αεροδρόμια, διώρυγα του Παναμά, εργοστάσια αυτοκινητοβιομηχανιών, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, γραμμές τρένων και αυτοκινητοδρόμων για τη μεταφορά των κινέζικων εξαγωγών στις χώρες της περιοχής. Ο συνολικός όγκος του εμπορίου Κίνας – Λ. Αμερικής πριν μια εικοσαετία, το 2004, ήταν 40 δισ. δολάρια, το 2014 εκτινάχθηκε στα 260 δισ. δολάρια και το 2024 απογειώθηκε στα 500 δισ. δολάρια, αναδεικνύοντας την Κίνα τον πρώτο εμπορικό εταίρο των χωρών της Λ. Αμερικής. Η Κίνα, όπως κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη, είναι πλέον απαραίτητος αγοραστής για τις πρώτες ύλες της περιοχής και ταυτόχρονα κύριος προμηθευτής κατασκευασμένων προϊόντων, τεχνολογίας και κεφαλαίου. Έχει προχωρήσει σε τεράστιες επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων με έμφαση στον τομέα των υποδομών και την εξόρυξη πόρων, επενδεδυμένα συμφέροντα που με κάθε τρόπο θα υπερασπιστεί. Τα κεφάλαια έρχονται κυρίως μέσω δανείων από κινέζικες κρατικές τράπεζες και επενδύσεις από κινεζικά μονοπώλια στα πλαίσια του παγκόσμιου προγράμματος «μια Ζώνη, ένας Δρόμος». Τέτοιες υποδομές είναι το νέο λιμάνι του Τσανκάο στο Περού, το μεγαλύτερο λιμάνι της Νότιας Αμερικής, που κατασκεύασε και λειτουργεί η γνωστή μας COSCO. Στη Βραζιλία ελέγχει βασικές λιμενικές εγκαταστάσεις, ενώ η COSCO λειτουργεί τερματικούς σταθμούς στο Λιμάνι του Παναμά. Κατασκευάζει μια Υπερωκεάνεια Σιδηροδρομική Γραμμή (Βραζιλία/Περού) που θα συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό. Κινέζικες εταιρείες εξαγόρασαν και λειτουργούν σημαντικά αεροδρόμια στη Βραζιλία (στο Σάο Πάολο, Μπραζίλια, Κουϊάμπα κ.ά.). Οι κινεζικές βιομηχανίες ηλεκτρικών αυτοκινήτων έχουν σημαντική παρουσία, με εργοστάσια και τμήματα συναρμολόγησης σε Βραζιλία, Αργεντινή. Πολλά μεγάλα έργα ενεργειακών υποδομών κατασκευάστηκαν από κινεζικές εταιρείες στο Εκουαδόρ και στην Αργεντινή. Η Κίνα συμμετείχε στη χρηματοδότηση και κατασκευή πυρηνικού σταθμού στην Αργεντινή, ενώ κινεζικές εταιρείες έχουν αναπτύξει αιολικά και ηλιακά πάρκα σε πολλές χώρες. Ακόμη τα παγκόσμια κινεζικά μονοπώλια Huawei και ZTE είναι βασικοί προμηθευτές τηλεπικοινωνιακού υλικού και δικτύων 5G σε όλη τη Λατινική Αμερική, παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ. Και δεν έχει τέλος η σαρωτική διείσδυση του κινέζικου ιμπεριαλισμού σε διάφορους τομείς στις χώρες της περιοχής.
Ο κινέζικος ιμπεριαλισμός έχει αναδειχθεί, σε αυτή τη φάση, σημαντικός παίκτης στη δυτική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, επιδιώκοντας να περιορίσει και να υπονομεύσει την αμερικανική επιρροή στην «αυλή» του μακροπρόθεσμα.
Αντιμέτωποι και θορυβημένοι με αυτή την πρωτοφανή γι’ αυτούς κατάσταση, οι ηγέτες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού δεν διστάζουν να αναγνωρίσουν την απειλή που προέρχεται από τους αντιπάλους τους, υπογραμμίζοντας: «Οι ανταγωνιστές εκτός Ημισφαιρίου έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στο Ημισφαίριό μας, τόσο για να μας υποβαθμίσουν οικονομικά στο παρόν, όσο και με τρόπους που μπορεί να μας βλάψουν στρατηγικά στο μέλλον. Το να επιτρέπουμε αυτές τις εισβολές χωρίς σοβαρή αντίσταση είναι ένα άλλο μεγάλο αμερικανικό στρατηγικό λάθος των τελευταίων δεκαετιών».
Ιεραρχούν έτσι σαν ένα βασικό πεδίο ανταγωνισμού τον έλεγχο και την κυριαρχία πάνω στο Δυτικό Ημισφαίριο και τον περιορισμό της επιρροής των Κινέζων ανταγωνιστών τους.
Αναδεικνύοντας τον κυνισμό που χαρακτηρίζει την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στους συμμάχους τους, με ωμό τρόπο αναφέρονται στο πώς θα συμπεριφερθούν στους υποτελείς τους για να αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους. Αναφέρει συγκεκριμένα η νέα στρατηγική τους: «Οι όροι των συμμαχιών μας, και οι όροι με τους οποίους παρέχουμε οποιοδήποτε είδος βοήθειας πρέπει να εξαρτώνται από τον περιορισμό της αντίπαλης εξωτερικής επιρροής – από τον έλεγχο στρατιωτικών εγκαταστάσεων, λιμανιών και βασικών υποδομών έως την αγορά στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων. Ορισμένες ξένες επιρροές θα είναι δύσκολο να αντιστραφούν, δεδομένων των πολιτικών ευθυγραμμίσεων μεταξύ ορισμένων κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής και ορισμένων ξένων παραγόντων. Ωστόσο, πολλές κυβερνήσεις δεν ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά με ξένες δυνάμεις, αλλά αντ’ αυτού έλκονται από τη συνεργασία μαζί τους για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων του χαμηλού κόστους και των λιγότερων ρυθμιστικών εμποδίων» (υπογρ. δική μας).
Με προκλητικό τρόπο, απογυμνωμένη από κάθε φτιασίδι, προβάλλει η ουσία της ιμπεριαλιστικής πολιτικής απέναντι στις εξαρτημένες χώρες στα πλαίσια του ανελέητου ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα αμερικάνικα επιτελεία διακηρύσσουν ότι «οι όροι με τους οποίους παρέχουμε οποιοδήποτε είδος βοήθειας» σε κάθε «σύμμαχο» χώρα, εξαρτώνται από το εάν αυτές οι χώρες θα περιορίζουν την επιρροή των παγκόσμιων ανταγωνιστών τους. Η όποια «βοήθεια» δηλαδή των ΗΠΑ σε εξαρτημένες χώρες δεν σχετίζεται με την ανάπτυξη αυτών των χωρών, αλλά υπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, με γνώμονα και μοναδικό κριτήριο τον περιορισμό και τον εκτοπισμό των αντιπάλων τους από αυτές τις χώρες. Αμφιβάλλει, αλήθεια, κανείς αν με αυτούς ακριβώς τους όρους ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός παρέχει το «οποιοδήποτε είδος βοήθειας» στους ντόπιους υποτελείς του στη χώρα μας;
Περίπου μία εβδομάδα μετά τη δημοσίευση της νέας στρατηγικής ασφάλειας των ΗΠΑ, το Πεκίνο, όχι τυχαία, εξέδωσε το δικό του πολυσέλιδο «Έγγραφο Πολιτικής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική». Το έγγραφο αυτό έχει τους χαρακτηριστικούς τίτλους: «Οι ακμάζουσες σχέσεις μεταξύ Κίνας και Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής (ΛΑΚ)» και «Συνεργασία για την προώθηση των πέντε προγραμμάτων για την οικοδόμηση μιας κοινότητας Κίνας-ΛΑΚ». Με το έγγραφο αυτό η Κίνα κάνει σαφές ότι σκοπεύει να διατηρήσει και να επεκτείνει την επιρροή της στη Λατινική Αμερική, αμφισβητώντας την κυριαρχία των ΗΠΑ στην «πίσω αυλή της», σηματοδοτώντας την πρόθεσή της να μην υποχωρήσει απέναντι στις απειλές των ΗΠΑ, υποδηλώνοντας ότι θεωρεί τη Λατινική Αμερική ως βασικό πεδίο του παγκόσμιου στρατηγικού ανταγωνισμού τους.
Όταν ρωτήθηκε ο εκπρόσωπος της κινέζικης κυβέρνησης, μετά την επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ποια θα είναι η πολιτική της Κίνας στη Λ. Αμερική, απάντησε επαναλαμβάνοντας στην πραγματικότητα τα παραπάνω: «Η Κίνα θα συνεχίσει να εμβαθύνει τη στρατηγική αμοιβαία εμπιστοσύνη με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής που έχουν διπλωματικές σχέσεις με την Κίνα και θα συνεχίσει να υποστηρίζει τα βασικά συμφέροντα η μία της άλλης, όπως η εθνική κυριαρχία, η ασφάλεια και η εδαφική ακεραιότητα, ενώ παράλληλα θα αντιτίθεται στον ηγεμονισμό και την πολιτική ισχύος».
Οι ΗΠΑ μετατοπίζουν το επίκεντρο του ανταγωνισμού τους στην Ασία για να αντιμετωπίσουν τον κινέζικο ιμπεριαλισμό σε μια μεγάλη αντιπαράθεση για την παγκόσμια ηγεμονία
Παρότι υπάρχει εκτεταμένη αναφορά στο Δυτικό Ημισφαίριο, οι ΗΠΑ συγκροτούν και οργανώνουν τη νέα στρατηγική τους γύρω από τον ανταγωνισμό τους με την Κίνα, μετακινώντας το κέντρο βάρους της πολιτικής τους στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού. Και σε αυτό τον ανταγωνισμό δίνεται η βαρύτητα και αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου. Η Ρωσία αντιμετωπίζεται ως πηγή αστάθειας στην Ευρώπη και η ίδια η Ευρώπη σκιαγραφείται σαν μια ήπειρος που βρίσκεται σε παρακμή. Με βάση τη γενική τοποθέτηση της νέας αμερικάνικης στρατηγικής, προκύπτει ότι η Κίνα αποτελεί τον κύριο στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ για τον 21ο αιώνα, η Ρωσία εμφανίζεται ως μια περιφερειακή απειλή για την Ευρώπη που πρέπει να σταθεροποιηθεί, ο πόλεμος στην Ουκρανία πρέπει να τελειώσει και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη, ώστε οι ΗΠΑ να αποδεσμευτούν από την ευρωπαϊκή ήπειρο και να πάψουν να αποσπούν πόρους και προσοχή από τον κυρίαρχο ανταγωνισμό τους με την Κίνα.
Αναδείχνοντας ως βασικό θέατρο της στρατηγικής τους την περιοχή της Ασίας – Ειρηνικού και διαπιστώνοντας ότι το παγκόσμιο οικονομικό κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί στην Ασία, τα επιτελεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αναφέρουν: «Ο Ινδο-Ειρηνικός είναι ήδη η πηγή σχεδόν του μισού του παγκόσμιου ΑΕΠ με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP) και του ενός τρίτου με βάση το ονομαστικό ΑΕΠ. Αυτό το μερίδιο είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί κατά τον 21ο αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ινδο-Ειρηνικός είναι ήδη και θα συνεχίσει να είναι μεταξύ των βασικών οικονομικών και γεωπολιτικών πεδίων μάχης του επόμενου αιώνα». Αποφεύγουν να προσδιορίσουν ποιο είναι το μερίδιο της Κίνας σε αυτό το «μισό του παγκόσμιου ΑΕΠ» της περιοχής του Ινδο-Ειρηνικού και απλώς καταγράφουν την πορεία της οικονομικής εξέλιξης της Κίνας τις τελευταίες δεκαετίες αναφέροντας: «Από τότε που η κινεζική οικονομία άνοιξε ξανά στον κόσμο το 1979, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μας ήταν και παραμένουν θεμελιωδώς μη ισορροπημένες. Αυτό που ξεκίνησε ως μια σχέση μεταξύ μιας ώριμης, πλούσιας οικονομίας και μιας από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου έχει μετατραπεί σε σχέση μεταξύ σχεδόν ομοτίμων, ακόμα κι αν, μέχρι πολύ πρόσφατα, η στάση της Αμερικής παρέμενε ριζωμένη σε αυτές τις παλιές παραδοχές».
Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν πρόκειται για μια «σχέση μεταξύ σχεδόν ομοτίμων» χωρών, των ΗΠΑ και της Κίνας, σε ό,τι αφορά την οικονομική τους δύναμη. Η Κίνα σήμερα είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στην ιστορία του καπιταλισμού, πρακτικά στην ιστορία του κόσμου, που αλλάζει δραστικά τους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, προκαλεί τεράστιες ανακατατάξεις, αναγκάζοντας τους πάντες να αναζητήσουν νέες ισορροπίες και να επαναπροσδιορίσουν τη θέση, τους συμμάχους και αντιπάλους τους. Συγκεκριμένα, το 2025, το ΑΕΠ της Κίνας σύμφωνα με τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών με βάση την Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (PPP) θα ανέλθει σε 43 τρισ. δολάρια και των ΗΠΑ σε 30,6 τρισ. δολάρια. Δηλαδή η οικονομία της Κίνας είναι σχεδόν μιάμιση φορά μεγαλύτερη από αυτή των ΗΠΑ. Με βάση αυτές τις αναπόφευκτες τάσεις, σε 4 με 5 χρόνια το ΑΕΠ της Κίνας θα είναι διπλάσιο από αυτό των ΗΠΑ, η βιομηχανική της παραγωγή από 36% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής που είναι τώρα θα φτάσει στο 50%, μεγαλύτερη από όλη μαζί τη βιομηχανική παραγωγή της Δύσης (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία, Ν. Κορέα κλπ). Ενώ οι πανικόβλητες κινήσεις Τραμπ με την επιβολή δυσθεώρητων δασμών αποδείχθηκαν ανίσχυρες και άχρηστες να ορθώσουν φράγμα, αφού η Κίνα -με ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα εγκατάστασης βιομηχανικών ρομπότ και ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη στα πλαίσια του προγράμματος «Κίνα 2025»- αυξάνει κατακόρυφα την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα του κινέζικου καπιταλισμού, εξασφαλίζοντας μια τεράστια αναδιανομή των παγκόσμιων αγορών προς όφελός της. Η Κίνα, παρά τη μεγάλη πτώση των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ λόγω των δασμών Τραμπ, πέτυχε τους πρώτους 11 μήνες του 2025 νέο ρεκόρ στο εμπορικό της πλεόνασμα, υπερβαίνοντας το 1 τρισ. δολάρια. Όπως το είπε πριν μήνες η Αμερικανίδα οικονομική επιτετραμμένη, ολοκληρώνοντας τη θητεία της στην Κίνα, «από εκεί έρχεται ένα τεράστιο τσουνάμι στο οποίο κανένας δεν θα μπορέσει να αντισταθεί».
Στη βάση αυτής της πραγματικότητας και της αλλαγής του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, τα επιτελεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού προετοιμάζονται πυρετωδώς για να αντιμετωπίσουν τη σαρωτική άνοδο της Κίνας και περιγράφουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική στην Ασία για να κερδίσουν την οικονομική και τεχνολογική κούρσα με την Κίνα, συμμαχώντας με Ιαπωνία, Ταϊβάν και άλλες χώρες.
Ταυτόχρονα, προβάλλουν τους στρατιωτικούς στόχους και τις προτεραιότητες που θέτουν στη νέα στρατηγική τους, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Θέλουμε να στρατολογήσουμε, να εκπαιδεύσουμε, να εξοπλίσουμε και να διαθέσουμε τον πιο ισχυρό, φονικό και τεχνολογικά προηγμένο στρατό του κόσμου για να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας, να αποτρέψουμε πολέμους και, εάν είναι απαραίτητο, να τους κερδίσουμε γρήγορα και αποφασιστικά, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για τις δυνάμεις μας». Αφού ξεκαθαρίζουν γενικά ποιο στρατό θέλουν και πώς θα τον οικοδομήσουν, περιγράφουν ενάντια σε ποιους κατευθύνεται αυτός «ο πιο ισχυρός, φονικός και τεχνολογικά προηγμένος στρατός του κόσμου», αναφέροντας: «Δεδομένου ότι το ένα τρίτο της παγκόσμιας ναυτιλίας διέρχεται ετησίως μέσω της Θάλασσας της Νότιας Κίνας […] Θα οικοδομήσουμε έναν στρατό ικανό να αρνηθεί την επιθετικότητα οπουδήποτε στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα. Όμως, ο αμερικανικός στρατός δεν μπορεί, και δεν πρέπει να χρειάζεται, να το κάνει μόνος του. Οι σύμμαχοί μας πρέπει να αναλάβουν δράση και να δαπανήσουν -και το πιο σημαντικό να κάνουν- πολύ περισσότερα για τη συλλογική άμυνα… Αυτό θα διασυνδέσει τα ζητήματα θαλάσσιας ασφάλειας κατά μήκος της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας, ενώ θα ενισχύσει την ικανότητα των ΗΠΑ και των συμμάχων να αποτρέψουν κάθε απόπειρα κατάληψης της Ταϊβάν ή την επίτευξη μιας ισορροπίας δυνάμεων τόσο δυσμενούς για εμάς ώστε να καταστήσει αδύνατη την υπεράσπιση αυτού του νησιού».
Το βασικό θέατρο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, σύμφωνα με την αμερικάνικη ηγεσία, ανάμεσα στις ΗΠΑ, τους συμμάχους της από τη μια πλευρά και την Κίνα από την άλλη, είναι η περιοχή κατά μήκος της Πρώτης Νησιωτικής Αλυσίδας, η περιοχή δηλαδή που εκτείνεται από το ιαπωνικό αρχιπέλαγος, τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας, την Ταϊβάν, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας μέχρι τη χερσόνησο της Μαλαισίας.
Στόχος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι, με κάθε τρόπο, να περιορίσει την Κίνα στις ηπειρωτικές ακτές της, να αποτρέψει τον έλεγχο και την κυριαρχία της πάνω στην Πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα, δηλαδή στην «αυλή» της, καθώς αυτό θα οδηγούσε σταδιακά στον έλεγχο της Ασίας και του Δυτικού Ειρηνικού Ωκεανού από την Κίνα, περιορίζοντας την επιρροή των ΗΠΑ σε αυτή τη ζωτική περιοχή που θα κρίνει την κυριαρχία πάνω στον πλανήτη τον 21ο αιώνα.
Ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, και συγκεκριμένα στις 23 Δεκέμβρη 2025, δημοσιεύτηκε η ετήσια έκθεση του υπουργείου Πολέμου προς το Κογκρέσο, για τη στρατιωτική ενίσχυση και την απειλή που αντιπροσωπεύει η Κίνα για τις ΗΠΑ, όπου σκιαγραφείται ο ανελέητος στρατιωτικός ανταγωνισμός των δυο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται: «Η κορυφαία στρατιωτική στρατηγική της Κίνας επικεντρώνεται αποκλειστικά στην υπερνίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω μιας προσπάθειας κινητοποίησης ολόκληρου του έθνους, την οποία το Πεκίνο ονομάζει “εθνικό ολοκληρωτικό” πόλεμο. […] Η ιστορική στρατιωτική κλιμάκωση της Κίνας έχει καταστήσει την αμερικανική επικράτεια όλο και πιο ευάλωτη» (υπογρ. δική μας).
Ανεξάρτητα αν το υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ μπορεί να μεγεθύνει σκόπιμα τη στρατιωτική απειλή της Κίνας για να δικαιολογήσει την αύξηση των πολεμικών του εξοπλισμών, είναι φανερό πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια κλιμάκωση της πολιτικοστρατιωτικής αντιπαράθεσης των δυο ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για κυριαρχία στην περιοχή της Ασίας – Ειρηνικού με τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια ειρήνη.
Πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι από τα δυο αυτά κείμενα και με βάση τις προσταγές τους ότι «Οι σύμμαχοί μας πρέπει να αναλάβουν δράση και να δαπανήσουν -και το πιο σημαντικό να κάνουν- πολύ περισσότερα για τη συλλογική άμυνα…», δυο σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή ανέλαβαν άμεσα δράση καταρρίπτοντας νέα ρεκόρ εξοπλισμών. Η Ταϊβάν ανακοίνωσε τέλη Δεκέμβρη το μεγαλύτερο πακέτο αγοράς όπλων στην ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ-Ταιβάν, συνολικής αξίας άνω των 11,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του Πεκίνου, που προχώρησε άμεσα σε κυρώσεις ενάντια σε 20 αμερικάνικες πολεμικές βιομηχανίες που εξόπλισαν την Ταϊβάν, και λίγες μέρες μετά οργάνωσε πολεμικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά περικυκλώνοντας το νησί, πραγματοποιώντας προσομοίωση για τον πλήρη αεροναυτικό αποκλεισμό και την κατάληψη του νησιού. Και ήταν έτσι οργανωμένες και εκτελεσμένες, που έμοιαζαν λιγότερο με ασκήσεις και περισσότερο με μια προσπάθεια να θολώσει η γραμμή μεταξύ ασκήσεων και πολέμου.
Από την πλευρά της η Ιαπωνία ανακοίνωσε ένα ρεκόρ στρατιωτικού προϋπολογισμού για το 2026 που υπερβαίνει τα 58 δισεκατομμύρια δολάρια, φέρνοντας δυο χρόνια νωρίτερα το στόχο 2% του ΑΕΠ για τις στρατιωτικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, προχωρά ραγδαία στο δρόμο του μιλιταρισμού και του επανεξοπλισμού της, σχεδιάζοντας ακόμη και την απόκτηση πυρηνικών υποβρυχίων, και ετοιμάζεται να αναθεωρήσει όλη την πολιτική της για την ασφάλεια και την άμυνα, ώστε -όπως διακηρύσσει- να «είναι προετοιμασμένη για πιθανή μακρά στρατιωτική σύγκρουση».
Η Ιαπωνία δύο μήνες δέχεται καθημερινά τα πυρά της Κίνας, καθώς η νέα πρωθυπουργός της, Τακαϊτσι, υπονόησε σαφέστατα τον περασμένο Νοέμβρη πως αν ξεσπάσει πόλεμος στα στενά της Ταϊβάν η Ιαπωνία θα πολεμήσει ενάντια στην Κίνα.
Δεν είναι μόνο οι σύμμαχοί της αλλά και οι ίδιες οι ΗΠΑ που προχωρούν σε μια πρωτοφανή κούρσα στρατιωτικών εξοπλισμών, ιδιαίτερα στο πολεμικό ναυτικό, με το βλέμμα στραμμένο στην Ασία. Το Δεκέμβριο του 2025, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν μια ριζική στροφή στη ναυπηγική τους στρατηγική με στόχο την ενίσχυση του πολεμικού ναυτικού της μέσω της πρωτοβουλίας «Χρυσός Στόλος». Η σημαντικότερη ανακοίνωση που έγινε από τον Τραμπ αφορά στην κατασκευή μιας νέας γενιάς θωρηκτών που, όπως είπε, «θα είναι μεγαλύτερα, ταχύτερα και εκατό φορές πιο ισχυρά από οποιοδήποτε προηγούμενο πολεμικό πλοίο έχει κατασκευαστεί στις ΗΠΑ». Στόχος είναι η ναυπήγηση συνολικά 20 έως 25 πλοίων αυτής της «κλάσης Τραμπ», όπως ονομάστηκαν, που η ναυπήγησή τους σκοπό έχει να στείλει μήνυμα «σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Κίνα». Επίσης, το σχέδιο του 2025 περιλαμβάνει την κατασκευή 3 νέων μεγάλων αεροπλανοφόρων και 12 έως 15 νέων υποβρυχίων.
Η ραγδαία άνοδος της Κίνας και η προοπτική να εκθρονίσει τα επόμενα χρόνια τις ΗΠΑ από την κορυφή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την αμερικάνικη ηγεσία. Γι’ αυτό ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κηρύσσει τον οικονομικό και πολιτικό πόλεμο ενάντιά της και μετατοπίζει το επίκεντρο του ανταγωνισμού του στην Ασία για να αντιμετωπίσει τον κινέζικο ιμπεριαλισμό. Η προεδρία του Τραμπ φαίνεται ότι σηματοδοτεί μια αποφασιστική και πιθανότατα μη αναστρέψιμη επιτάχυνση αυτής της τάσης. Όλα όσα παρατηρούμε στις σχέσεις ΗΠΑ – ΕΕ και ΗΠΑ – Ρωσίας είναι τα απόνερα αυτής ακριβώς της διαδικασίας μετατόπισης του προσανατολισμού της Ουάσιγκτον.
Επίθεση απέναντι στις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών
Επιδίωξη αποκατάστασης στρατηγικής σταθερότητας με τη Ρωσία
Η αναφορά που γίνεται στην Ευρώπη στο κείμενο της νέας Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ είναι περιορισμένη, απαξιωτική και επιθετική απέναντι στην ηγεσία της, ενώ ακόμα πιο φειδωλή είναι για τη Ρωσία, επαναλαμβάνοντας τα γνωστά ανοίγματα Τραμπ στη Μόσχα, ιδιαίτερα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η γενική τοποθέτηση για την Ευρώπη, όπως η παρακάτω, κάθε άλλο παρά σταθερό και αξιόπιστο σύμμαχο περιγράφει. «Η Ηπειρωτική Ευρώπη χάνει μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ -μειώθηκε από 25% το 1990 σε 14% σήμερα– εν μέρει λόγω εθνικών και διεθνικών κανονισμών που υπονομεύουν τη δημιουργικότητα και την εργατικότητα. Αλλά αυτή η οικονομική παρακμή επισκιάζεται από την πραγματική και πιο έντονη προοπτική της πολιτισμικής εξαφάνισης.[…] Εάν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, η ήπειρος θα είναι αγνώριστη σε 20 χρόνια ή λιγότερο. Ως εκ τούτου, δεν είναι καθόλου προφανές εάν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες θα έχουν αρκετά ισχυρές οικονομίες και στρατούς για να παραμείνουν αξιόπιστοι σύμμαχοι».
Μια τέτοια τοποθέτηση της Ουάσιγκτον αποτυπώνει τις μεγάλες διαφωνίες και το ρήγμα που έχει προκύψει με τις χώρες της ΕΕ σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις διαφορετικές προτεραιότητες και στοχεύσεις της κάθε πλευράς, αλλά και την πίεση που ασκεί με αυτές τις διακηρύξεις η κυβέρνηση Τραμπ για να ρυμουλκήσει τις χώρες της ΕΕ στην κατεύθυνση που θέλει.
Οι ΗΠΑ θέλουν το συντομότερο δυνατό να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, να εξομαλυνθούν οι σχέσεις τους με τη Ρωσία, «να αποκατασταθούν συνθήκες στρατηγικής σταθερότητας» μαζί της, και η «ΕΕ να αναλάβει πρωταρχική ευθύνη για τη δική της άμυνα».
Αναφέρει συγκεκριμένα η νέα Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ: «Είναι βασικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπραγματευτούν μια ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία, προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι ευρωπαϊκές οικονομίες, να αποτραπεί η ακούσια κλιμάκωση ή επέκταση του πολέμου, και να αποκατασταθεί η στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία.[…] Η Διοίκηση Τραμπ βρίσκεται σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους που έχουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τον πόλεμο, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε ασταθείς κυβερνήσεις μειοψηφίας, πολλές από τις οποίες καταπατούν τις βασικές αρχές της δημοκρατίας για να καταστείλουν την αντιπολίτευση. Ως αποτέλεσμα του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές σχέσεις με τη Ρωσία έχουν πλέον εξασθενήσει βαθιά και πολλοί Ευρωπαίοι θεωρούν τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή. Η διαχείριση των ευρωπαϊκών σχέσεων με τη Ρωσία θα απαιτήσει σημαντική διπλωματική δέσμευση των ΗΠΑ, τόσο για την αποκατάσταση των συνθηκών στρατηγικής σταθερότητας σε ολόκληρη την Ευρασιατική χερσόνησο, όσο και για το μετριασμό του κινδύνου σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και ευρωπαϊκών κρατών».
Αυτή είναι η βασική τοποθέτηση που περιέχεται στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ για τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και για τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τη Ρωσία και την ΕΕ, όπως και για τις σχέσεις της Μόσχας με την ΕΕ. Και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία για τα ανοίγματα της κυβέρνησης Τραμπ προς τη Ρωσία, η νέα στρατηγική των ΗΠΑ προβλέπει «τον τερματισμό της αντίληψης και την αποτροπή της πραγματικότητας του ΝΑΤΟ ως μιας διαρκώς διευρυνόμενης συμμαχίας», που παραπέμπει ευθέως στο κλείσιμο της πόρτας του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, έναν όρο απαράβατο που θέτει η Μόσχα.
Πρόκειται για την ίδια πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Τραμπ από τις αρχές του 2025, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση των ΗΠΑ, απλώς τώρα παρουσιάζεται χωρίς περιστροφές, με ωμό και κυνικό τρόπο. Κατ’ αρχάς, η Ουάσιγκτον επείγεται και έχει βασικό συμφέρον και προτεραιότητα, όπως διακηρύσσει, να διαπραγματευτεί μια ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία. Κατά δεύτερο, η Διοίκηση Τραμπ εκφράζει την αντίθεσή της με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις «μειοψηφίας» που έχουν «μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τον πόλεμο» και θέλουν προφανώς τη συνέχισή του. Και, κατά τρίτο, «θα απαιτηθεί μεγάλη διπλωματική δέσμευση των ΗΠΑ» για να μη θεωρούν οι Ευρωπαίοι τη Ρωσία ως υπαρξιακή απειλή.
Παρατηρούμε ότι οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν τις ευρωπαϊκές χώρες ως σταθερούς, μακροχρόνιους συμμάχους τους στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, που από κοινού αντιμετωπίζουν τη Ρωσία. Αντίθετα, μπαίνουν στη θέση ενός «ενδιάμεσου μεσολαβητή» που αναλαμβάνει τη δέσμευση να εξομαλύνει τις σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και την ΕΕ, επιδιώκοντας «να αποκαταστήσει συνθήκες στρατηγικής σταθερότητας με τη Ρωσία» για να αποφευχθεί μια σύγκρουση μεταξύ τους.
Στην πιο δύσκολη, δεινή και εξευτελιστική θέση έχουν βρεθεί οι ηγέτες των ιμπεριαλιστικών κρατών της Ευρώπης. Ένα χρόνο κοντά, βρίσκονται μακριά από το ιμπεριαλιστικό τραπέζι των διαπραγματεύσεων που έστησαν οι ΗΠΑ και η Ρωσία για να παζαρέψουν τους όρους τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία, ενός πολέμου που διεξάγεται 4 χρόνια στην ήπειρό τους! Και ενώ τους αποκλείουν, στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ από τις διαπραγματεύσεις, τους καλούν να συνεχίσουν να πληρώνουν το κόστος του πολέμου, το κόστος των όπλων που στέλνουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία, το κόστος της ανόρθωσης της Ουκρανίας και της συντήρησης των στρατευμάτων που μπορεί να αναπτυχθούν μετά το τέλος του πολέμου και, ακόμη πιο σημαντικό, τους καλούν να πληρώσουν το κόστος της στρατιωτικής τους ασφάλειας, γιατί δεν μπορούν να το σηκώνουν αυτό οι ΗΠΑ, 80 χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου! Για να τους πλήξουν ακόμη περισσότερο και να τους γονατίσουν, προκειμένου να αποδεχθούν ό,τι θα αποφασίσουν για την Ουκρανία και την Ευρώπη γενικότερα, εξαπολύουν επίθεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι «καταπατούν τις βασικές αρχές της δημοκρατίας για να καταστείλουν την αντιπολίτευση», ενώ πλέκουν το εγκώμιο στους ακροδεξιούς και τους φασίστες που ενισχύονται διαρκώς και πιέζουν να συμμετέχουν ή και να αναλάβουν οι ακροδεξιοί και οι φασίστες τη διακυβέρνηση των βασικών χωρών της ΕΕ. Πανικόβλητη η ηγεσία της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Μ. Βρετανία) συγκαλεί έκτακτες Συνόδους των «προθύμων» για τον πόλεμο στην Ουκρανία, που συνήθως καταλήγουν σε φιάσκο. Έχουν ανοίξει ξανά το ζήτημα της «κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας» και του «ανεξάρτητου ευρωστρατού». Καθώς αντιλαμβάνονται οι Ευρωπαίοι ότι οι ΗΠΑ τους φορτώνουν το τεράστιο βάρος των στρατιωτικών εξοπλισμών για την ασφάλεια και την άμυνα της Ευρώπης, επιδίδονται σε μια πολεμοκάπηλη προπαγάνδα και έχουν αναδειχθεί σε «κόμμα του πολέμου», επιδιώκοντας με κάθε τρόπο τη συνέχιση του πολέμου και την εμπλοκή των ΗΠΑ στην Ουκρανία. Τώρα μια πολεμική υστερία κατακλύζει την Ευρώπη, με τις κυβερνήσεις της να διογκώνουν σκόπιμα την απειλή του πολέμου και να εμφανίζουν τη Ρωσία ότι είναι έτοιμη να εξαπολύσει άμεσα επίθεση στις χώρες του ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας να τρομοκρατήσουν και να εξαναγκάσουν τους λαούς να αποδεχθούν τους γιγαντιαίους στρατιωτικούς εξοπλισμούς που ξεκίνησαν ήδη. Αυτό έχει σαν συνέπεια μια πορεία μιλιταρισμού της ΕΕ που οδηγεί σε μια στυγνή οικονομική αφαίμαξη των ευρωπαϊκών λαών, σε μια καρατόμηση των κοινωνικών δαπανών και σε μια επιδείνωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που έχει ξεσπάσει στις ιμπεριαλιστικές χώρες της Ευρώπης, με τις ακροδεξιές, φασιστικές δυνάμεις να χτυπούν την πόρτα της εξουσίας, με τη στήριξη του Τραμπ.
Συμπερασματικά
Συμπερασματικά, η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ έρχεται να επιβεβαιώσει το δόγμα της φιλοπόλεμης εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ που άρχισε να εφαρμόζεται πριν ένα χρόνο και που συνοπτικά συνίσταται στις παρακάτω κεντρικές κατευθύνσεις.
Α) Η ραγδαία άνοδος της Κίνας σε όλους τους τομείς, οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό, τεχνολογικό, την έχει καταστήσει, από καιρό, κύριο στρατηγικό αντίπαλο και ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Αυτό υπαγορεύει στην αμερικάνικη ηγεσία να μετατοπίσει το επίκεντρο του ανταγωνισμού της στην Ασία, όπου κατευθύνει εκεί τις κύριες δυνάμεις των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσει με τους συμμάχους της τον κινέζικο ιμπεριαλισμό σε μια μεγάλη αντιπαράθεση για την παγκόσμια ηγεμονία. Διαρκώς δυναμώνουν οι παράγοντες για το ξέσπασμα ενός νέου παγκόσμιου πολέμου.
Β) Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιτίθεται με σφοδρότητα στη Λ. Αμερική. Εξαπέλυσε δολοφονική στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα και απειλεί την Κολομβία, την Κούβα και το Μεξικό, ενώ βάζει μπροστά να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, επιδιώκοντας να επιβάλει ξανά και να αποκαταστήσει την αμερικάνικη υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο, το οποίο έχει μετατραπεί και αυτό σε πεδίο άγριου ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, πρώτα και κύρια ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα.
Γ) Οι ΗΠΑ θέλουν να απεμπλακούν από το μέτωπο Ευρώπης-Ουκρανίας με την όσο γίνεται ταχύτερη παύση των εχθροπραξιών, όπου 4 χρόνια δεσμεύουν δυνάμεις και σπαταλούν τεράστιους πόρους «σε ένα πόλεμο που δεν ήταν δικός μας», κατά τον Τραμπ. Επιδιώκουν να αποδεσμευτούν από τα στρατιωτικά βάρη της Ευρώπης και να αναλάβουν οι ευρωπαϊκές χώρες το κόστος για την ευρωπαϊκή άμυνα.
Δ) Έχοντας ιεραρχήσει οι ΗΠΑ την Κίνα ως τον κύριο αντίπαλό τους επιδιώκουν να αποκαταστήσουν στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία, επιχειρώντας τη διάσπαση του μετώπου Πεκίνου-Μόσχας, επιλέγοντας να μην στραφούν ταυτόχρονα ενάντια και στους δυο, αλλά να κάνουν ανοίγματα και να προσφέρουν ανταλλάγματα στη Ρωσία για να την αποσπάσουν από την Κίνα.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο πόλεμος στην Ουκρανία, που μαίνεται τέσσερα χρόνια και έχει οδηγήσει στο θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και από τις δυο πλευρές, θα τελειώσει σύντομα, όπως θέλει η Ουάσιγκτον. Οι αμερικανορωσικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου θα περάσουν από διάφορες φάσεις, θα προχωρούν ή θα καρκινοβατούν ανάλογα με το αν εκπληρώνονται οι όροι και τα ανταλλάγματα της κάθε πλευράς στο μεγάλο παζάρι που βρίσκεται σε εξέλιξη αρκετούς μήνες τώρα. Καθώς η πλάστιγγα του πολέμου έχει γείρει προς την πλευρά της Ρωσίας, αυτή δεν βιάζεται, έχει κάθε λόγο να συνεχίσει τις μάχες για να μεγιστοποιήσει το διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα, επιδιώκοντας να αποσπάσει όσα περισσότερα εδάφη μπορεί και να επιβάλει το μέγιστο δυνατό των όρων της.
Γενάρης 2026
πηγή: e-prologos.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου