Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Ετικέτες

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, ο αρχάγγελος της Κρήτης! “Ο άνθρωπος που δημιουργεί πρέπει, να ελπίζει πως κάποτε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και ν’ αγωνιστεί γι αυτό”



Ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, (7 Ιουλίου 1936 – 8 Φεβρουαρίου 1980) γεννήθηκε το 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια του Ρεθύμνου της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες.
Η ημερομηνία γέννησης του δεν είναι ακριβής γιατί το φθινόπωρο του 1941 το χωριό Ανώγεια καταστράφηκε και μαζί του καταστράφηκαν και τα χαρτιά όλων των κατοίκων του χωριού. Έτσι χάθηκαν και χαρτιά του Νίκου Ξυλούρη με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ημερομηνία γέννησης του.
Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της κρητικής μουσικής ο Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και ο Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης) .
Η οικογένεια του Ξυλούρη ήταν φτωχή και γενικά τα χρόνια εκείνα του 1930 ήταν δύσκολα για τους Ανωγιανούς. Λίγο το λάδι, λίγο το ψωμί, ο τόπος ξερός για να φυτέψεις, να ποτίσεις και το χωριό εντελώς κατεστραμμένο. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης ο Νίκος Ξυλούρης κάνει τα πρώτα του βήματα.
Η λύρα

Σε νεαρή ακόμα ηλικία με τη βοήθεια του δασκάλου του κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο “Κάστρο”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη “μόδα” της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν καθώς επίσης και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον έβλεπαν με καλό μάτι. Τα οικονομικά του δεν πήγαιναν καλά, οι καλοί φίλοι όμως που είχε αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν οργανώνοντας γλέντια. Έτσι ο Νίκος σιγά -σιγά άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό και να κερδίζει όλο και πιο πολλά χρήματα, βέβαια δεν δούλευε μόνο για τα χρήματα και όπου δεν είχαν να τον πληρώσουν καθόταν με το παραπάνω λέγοντας : “Αυτοί έχουν περισσότερη ανάγκη για να γλεντήσουν”.. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές.


Την 21η Μαΐου του 1958, ο Νίκος Ξυλούρης παντρεύεται την Μελαμπιανάκη Ουρανία και το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους αποφασίζουν να εγκατασταθούν μαζί στο Ηράκλειο. Ο Νίκος συνεχίζει την ανοδική του πορεία και τον Νοέμβριο του 1958 βγάζει τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία “Οντεόν” που έχει τίτλο “Μια μαυροφόρα που περνά”. Η αμοιβή του ; 150 δραχμές !! Ο δίσκος είχε επιτυχία και έτσι η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους δίσκους, βγάζοντας τον από τις δύσκολες μέρες.
Επιστροφή στην Κρήτη
Σιγά-σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “Μια μαυροφόρα που περνά”. Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης τη κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο “Ερωτόκριτος” και πλέον δεν ανησυχεί για την επιβίωση του.
Το 1966 το κράτος επιλέγει και στέλνει τον Νίκο Ξυλούρη σε φολκλορικό διαγωνισμό στο Σαν Ρέμο οπού ανάμεσα από δεκάδες συγκροτήματα ο Έλληνας λυράρης παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με την λύρα.
Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο “Ανυφαντού” και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο.
Η αναγνώριση του στην Αθήνα
Λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις όμως πλέον είχαν ωριμάσει και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στο Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο “Χρονικό” και τα “Ριζίτικα”. Παράλληλα γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA και έγιναν κουμπάροι.
Έξι μήνες μετά, κυκλοφορεί ο δίσκος αναφορά στα «Ριζίτικα» της Κρήτης. Τον Μάϊο του 1971, ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ «Λήδρα», στην Πλάκα, μέσα στην καρδιά της δικτατορίας. Η φωνή του Νίκου Ξυλούρη γίνεται σημαία αντίστασης. «Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Αγρίμια και αγριμάκια μου…
Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο Θαλασσινός». Ερχεται στη συνέχεια η συνεργασία του με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της Παρθένου», «Ακολουθία»), και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο Τσουκάλι»).


Το 1969 -λέει σε μία σπάνια συνέντευξή της η σύντροφός του Ουρανία-ερχόμαστε για πρώτη φορά στην Αθήνα για εμφανίσεις στο κέντρο «Κονάκι», και τον Σεπτέμβριο γίνεται η μόνιμη εγκατάστασή μας στην πρωτεύουσα. Έχει ήδη φύγει από τα κρητικά μαγαζιά ο Νίκος, και τραγουδά σε μπουάτ της Πλάκας.
Μετά από ένα χειμώνα επιτυχίας, το καλοκαίρι του ‘70 κατεβαίνει στο Ηράκλειο να εργαστεί. Εκείνο το καλοκαίρι γνωρίζεται με τον Τάκη Λαμπρόπουλο, τότε διευθυντή της “Κολούμπια”, ο οποίος και του ζητά να συνεργαστούν. Αυτή η συνάντηση αποτέλεσε την αφετηρία για την καριέρα του Νίκου. Το έργο του με τίτλο τα “Ριζίτικα”, που τόσο καιρό προσπαθούσε να εκδώσει, γίνεται δίσκος και φιγουράρει στις βιτρίνες των αθηναϊκών καταστημάτων. Αργότερα βραβεύεται για την ερμηνεία στο δίσκο αυτό από την Γαλλική Ακαδημία Σάρλ Κρός αλλά θα πάρει την πρώτη του καλλιτεχνική απογοήτευση αφού στο εξώφυλλο του ξένου δίσκου δεν αναφέρεται καν το όνομα του.


Για το ποιος «ανακάλυψε» το Νίκο Ξυλούρη, τα λεγόμενα της συζύγου του κ. Ουρανίας Ξυλούρη όπως δημοσιεύτηκαν σε σχετικά αφιερώματα των περιοδικών «Δίφωνο» και «Μονογραφίες» είναι διαφορετική από αυτήν που συνήθως επικρατεί σε αρκετές βιογραφίες του Νίκου Ξυλούρη, ότι τον ανακάλυψε ο Ερρίκος Θαλασσινός και τον ανέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού» και το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας «Κολούμπια» Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος τον ηχογράφησε σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια και έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο ο οποίος ήταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τη φωνή του Ανωγειανού Λυράρη. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή. Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για το Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του «Χρονικού».




Τα χρόνια της δικτατορίας
Το 1971 ξεκίνησε κοινές εμφανίσεις με το Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ “Λήδρα” και η φωνή του έγινε σύμβολο της αντίστασης. Συνεργάστηκε στενά, εκείνα τα χρόνια, με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα
Το καλοκαίρι του 1973 τραγούδησε στο θεατρικό έργο “Το μεγάλο μας τσίρκο” με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη στο θέατρο “Αθήναιον”.

σπάνια αποσπάσματα από την παράσταση "Το μεγάλο μας Τσίρκο" σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, όπου τραγουδάει ο Νίκος Ξυλούρης.

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Δημήτρη Χριστοδούλου, του Λίνου Κόκοτου και του Ηλία Ανδριόπουλου. Τραγουδά όμως πάντα και παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης και κάποια λαϊκά του Στέλιου Βαμβακάρη
Τα τραγούδια του τα μάθαινε στο πόδι. Δεν είχε χρόνο για πρόβες. Τα μάθαινε, ακούγοντας την κασέτα στο σπίτι, στο αυτοκίνητο. Τραγουδούσε μαζί και το μάθαινε. Μάλιστα, ο Ξαρχάκος, τον ήθελε πάντα στα τραγούδια του αυθεντικό, γι’ αυτό και τον καλούσε στο στούντιο για ηχογράφηση, συνήθως, χωρίς πρόβα. Έτσι έγινε και με το τραγούδι «Ήταν μια φορά». Το ηχογράφησε ο Νίκος χωρίς να το ξέρει. Χωρίς καμία πρόβα”.
Το τέλος

Ο Νίκος Ξυλούρης στην ακμή της καριέρας του αντιλήφθηκε ότι έχει καρκίνο. Μετά από μεγάλο αγώνα, πολλαπλές εγχειρήσεις και αρκετή ταλαιπωρία έχασε τη μάχη στο Νοσοκομείο Πειραιώς στις 8 Φεβρουαρίου 1980 σε ηλικία μόλις 44 χρονών. Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Όπως ο ίδιος έλεγε μετά τη μεταπολίτευση, αναφερόμενος στους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας “εγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα”.

Ο τόπος του τον ξεπροβόδισε με μαντινάδες. 26 χρόνια μετά τον λέμε ακόμη “Αρχάγγελο της Κρήτης”. Λίγοι θυμούνται γιατί. Ήταν ένα στιχούργημα που έγραψε για αυτόν ο γνωστός Ηρακλειώτης δικηγόρος Γιώργης Τσικαλάς που περιέγραφε την εικόνα γλαφυρά. Και έλεγε:
Στο κατακλείδι τ’ ουρανού στο φόλι του Συμπάντου
κάθεται μπροσταρόκριγιος σ’ ανέφαλ’ ασημένιο
ο παντροκράτης Βασιλιάς π’ ούλα τα χαζιρεύγει
ψεύτη κι αθάνατο ντουνιά δίχως συμβουλατόρους
π’ ούλη την Πλάση συντηρά με στρουφιχτό αμάτι
πούχει πατούλιες άγγελους και στ’ όνομά του ψάλλουν
ύμνους από τα Χερουβίμ κι άσματα των ασμάτω!
Μα ιντά ‘χει σήμερα ο Θεός, όχι θεόψυχά μου
κι εζήλεψε ντως τω θνητώ στσι καλοπέρασές τως;
Τραγούδια κι οργανά ‘κουσε απού τον Ψηλορείτη
κι αμέσως τα αγγελικά λαρύγγια βουβάθηκαν
κουνιούνται τα συθέμελα τα ριζιμιά χαράκια
η σφαίρα η θεοτική του πέφτει απού τα χέρια
κι ανταριασμένος στρέφεται στσι δύο ντου Αρχαγγέλους:
– Ποιός είναι ο τραγουδιστής ποιός είναι ο παιχνιώτης
απού ‘χει τρίδιπλες χορδές στη λύρα και στο στόμα,
και σαν τσι κρούσει τσι χορδές
ντροπιάζει τους αγγέλους
τ’ αηδόνια ξενιτεύγει τα και τα νερά παγώνει
καμπάνες αργυροχυτές ραΐζει και χαλά τσις
και τη δική μου την καρδιά την έχει ξεσηκώσει;
Τί Παντογνώστης είμ’ εγώ και δεν τόνε γνωρίζω;
Τί Παντοκράτης είμ’ εγώ και τόνε χαίρουντ’ άλλοι
οι δούλοι κι οι φαμέγοι μου απού τον κάτω Κόσμο;
– Ετούτος είναι κύριε των Κρητικών ο Μέγας.
Ο Νίκος ο Ψαρονίκος ο Νίκος ο Ξυλούρης.
που εσύ τονε μπεγιέντισες για τσι χορδές του μόνο,
μα ο Χάρος κάνει κάλεσμα για την αγνή Ψυχή του
π’ αξίζει περισσότερο απ’ ούλα σου τα έχη.
– Σύρτε φτερό Αρχάγγελοι δεξά μου φέρετέ τον
και τη φωνή και την ψυχή τα θέλω για δικού μου
και με τσ’ ανθρώπους τσι θνητούς
δεν κάνω εγώ παζάρια.
Γλακάτε να προκάμετε του Χάρου το δραπάνι
πριχού του πάρει την ψυχή και τηνε μαγαρίσει
να τηνε κάμω κόνισμα την ανθρωπιά να μάθω
και να μου γλυκοτραγουδεί τσι ταπεινές τσι χάρες.
Βαρά η καλογερική βαρά και η θεότη
κόπιασε φίλε Νικολή στο θεϊκό κονάκι.
– Πριχού να γίνει Κύριε η Θεία εντολή σου,
τάξε μας πω δα ‘ναμαστε και μεις ζερβόδεξά ντου
οι δύο ντου λαουτάρηδες στο Θεϊκό το γλέντι.
Ετσά τον πήρεν ο Θεός εις τα δικά ντου Ανώγεια.
Ετσά τον πήρεν ο Θεός κι ο Χάρος τον εχάσε.
– Βάλε ταβερναρά κρασί να πιω με το Θεό μου
να ζαλιστεί να μεθυστεί να τόνε καταφέρω
μπάε και κάμει το μιστό για το καλό της Κρήτης.
Για τους αμύητους στην διάλεκτο:
κατακλείδι: άκρη, φόλι: μέση, χαζιρεύγει: ελέγχει, στρουφιχτό: δύσκολο, πατούλιες: παρέες, μπεγιέντισες: εκτίμησες, γλακάτε: τρέξτε, μιστό: καλό


Δισκογραφία:
Μια μαυροφόρα που περνά (1958)
Ανυφαντού (1969)
Ο Ψαρονίκος (1970)
Μαντινάδες και χοροί (1970)
Χρονικό (1970)
Ριζίτικα (1971)
Διάλειμμα (1972)
Ιθαγένεια (1972)
Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972)
Ο τροπικός της Παρθένου (1973)
Ο Ξυλούρης τραγουδά για την Κρήτη (1973)
Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους (1973)
Περήφανη ράτσα (1973)
Ακολουθία (1974)
Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)
Παραστάσεις (1975)
Ανεξάρτητα (1975)
Κομέντια, η πάλη χωρικών και βασιλιάδων (1975)
Καπνισμένο τσουκάλι (1975)
Τα που θυμούμαι τραγουδώ (1975)
Κύκλος Σεφέρη (1976)
Ερωτόκριτος (1976)
Η συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης (1976)
Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977)
Τα ερωτικά (1977)
Τα Ξυλουρέικα (1978)
Τα αντιπολεμικά (1978)
Σάλπισμα (1978)
14 χρυσές επιτυχίες (1978)
Μετά Θάνατον Δισκογραφία
Τελευταία ώρα Κρήτη (1981)
Νίκος Ξυλούρης (1982)
Πάντερμη Κρήτη (1983)
Ο Δείπνος ο μυστικός (1984)
Σταύρος Ξαρχάκος:Θεατρικά (1985)
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος στον ελληνικό κινηματογράφο (1988)
Η συναυλία στο Ηρώδειο 1976 (1990)
Το χρονικό του Νίκου Ξυλούρη (1996)
Νίκος Ξυλούρης (2000)
Η ψυχή της Κρήτης(2002)
Ήτανε μια φορά…(2005)
Του Χρόνου Τα Γυρίσματα (2005)











Πηγές:
www.musiccorner.gr
www.wikipedia.gr
paragwgos.pblogs.gr
oistros-reportaz1.blogspot.com

 Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα “όγδοο” μια συνέντευξη που έδωσε ο Νίκος Ξυλούρης στη δημοσιογράφο Λιάνα Κανέλλη, για το περιοδικό Επίκαιρα, το 1976.

ΕΝΑΣ ΛΥΡΑΡΗΣ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ – πηγή: όγδοο

(Επίκαιρα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 1976, αριθμός τεύχους 392)

Πιστός στις κρητικές ρίζες του. Κονταροχτυπιέται με τις αντιφάσεις αυτού του κόσμου και κάνει τις πίκρες του τραγούδι στην τρίχορδη λύρα του.

Για κείνον πού ’ναι φρόνιμος
δεν χάνεται στα πάθη.
Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός
φυτρώνει μες στ’ αγκάθι.

Γράφει η ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ

Δεν μέτρησα τις γρατσουνιές απ’ τ’ αγκάθια στο πρόσωπο του Ξυλούρη. Το σίγουρο είναι πως δεν έχει την ανέμελη φυσιογνωμία πολλών συναδέλφων του. Πρόσωπο σκαμμένο, μάτια σκεφτικά, που δυσκολεύεται να τα γυροφέρει πίσω στην πραγματικότητα από κάποια μακρινή σκέψη.

Ό Νίκος Ξυλούρης δεν είναι αστέρας. Δεν ξέρει καν να «πλασάρεται» μπροστά στο φακό ή σ’ ένα μάτι που τον ψάχνει εξεταστικά. Μετρημένος στις κινήσεις κι απίστευτα λιγόλογος, στην αρχή νόμισα πως ήταν απλώς συγκροτημένος. Μετά από ώρες κουβέντας ήταν ο ίδιος. Άνοιξε την καρδιά του, είπε πολλά παράπονά του, κι ωστόσο έμεινε εξωτερικά ατάραχος και λίγο αμήχανος.

Συναντηθήκαμε στο στούντιο. Ηχογραφούσε ξανά ένα τραγούδι με τον Λεοντή, γιατί πίστευε πως δεν τόχε πει καλά στο δίσκο. Πίσω απ’ το χοντρό απομονωμένο τζάμι με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά έλεγε και ξανάλεγε «… του προδότη… ζητώ την τιμωρία…». Ο ηχολήπτης έκλεισε μέσα σ’ ένα μικρό σχόλιο τη μισή ζωή κι όλο το χαρακτήρα τού τραγουδιστή. «Είναι Κρητίκαρος τούτος εδώ. Δεν μπορεί να πειθαρχήσει τη φωνή του. Αλλιώς θα ’χαμε κιόλας τελειώσει!».

Ανταλλάξαμε μόνο λίγες κουβέντες σ’ ένα-δυο διαλείμματα. Στεναχωριόταν που μ’ ανάγκαζε να τον περιμένω. Και με ρώταγε συχνά… «Θα τα πούμε όλα; Και για το ραδιόφωνο, και για την τηλεόραση; Όλα;». Τον διαβεβαίωσα κι ησύχασε. Μάλλον ξαλάφρωσε σαν να ‘θελε να τα πει από καιρό. Κάποια στιγμή φύγαμε. Έπρεπε, κάπου να βρεθούμε και να μιλήσουμε. Και παράξενο. Καταλήξαμε σ’ ένα κοσμικό ζαχαροπλαστείο, με κοσμοπολίτικη στέρεο μουσική που έγινε τελικά και το «πλαίυ μπακ» της μαγνητοφωνημένης κουβέντας μας. Ό Νίκος ο Ξυλούρης, έφαγε φιλέτο, ήπιε καπουτσίνο, κάπνιζε εγγλέζικα τσιγάρα κι εγώ έψαχνα σ’ όλες τούτες τις λεπτομέρειες να βρω τι δεν… κολλάει.

Σ’ αρέσει η ζωή της πρωτεύουσας Νίκο;

-Όχι, όχι καθόλου, αλλά είμαι ευχαριστημένος από άλλα πράγματα.

Επαγγελματικά;

-Ναι. Αλλά περισσότερο απ’ την αγάπη που μού ’χει ο κόσμος. Αυτό με συγκινεί πολύ. Δεν ήρθα για να κάτσω εδώ. Έτσι για να τραγουδήσω σ’ ένα μαγαζί. Και να μην ερχόμουνα εδώ το πράγμα θα γινόταν έτσι.

Τι δεν σ’ αρέσει σε τούτη την πολιτεία;

-Με πνίγει. Γενικά η πόλη με πνίγει. Στην Κρήτη ήμουνα κοντά στη φύση. Μ’ όλο που ζούσα στο Ηράκλειο ήταν εύκολο να πας στο χωριό, να καθίσεις.

Στην πορεία της κουβέντας βρήκα το κλειδί της ζωής και των αντιφάσεων τού καλλιτέχνη και του ανθρώπου που λέγεται Ξυλούρης. Η ζωή του, η διήγησή του χωρίζεται στα δυο κάθε τόσο με μια έκφραση: «Ναι, και πριν έρθω εδώ και μετά». Ορόσημο, ο ερχομός του στην Αθήνα. Κι ο ίδιος δεν θέλει να το παραδεχτεί. Όχι τόσο επαγγελματικό όσο ουσιαστικό. Προσαρμόστηκε σαν ρομπότ. Άφησε το καφενείο και τα πρόβατα του πατέρα, «τα περβολάκια, τ’ αμπελάκια» τους, έξη αδέρφια και μια μάνα που θα δουλεύει ως την τελευταία της πνοή, γιατί αλλιώς «θα σκάσει», για να γίνει λυράρης. Τραγούδησε σε όλο το νησί. Δεν τόχε όνειρο από μικρός να γίνει τραγουδιστής.

–Πρωτόπιασα λύρα στα 12 και στα 15 έκανα κιόλας διασκεδάσεις. Μετά έπεσα στο επάγγελμα. Τώρα είμαι πολύ επαγγελματίας. Μ’ αρέσει η δουλειά. Δεν ήμουνα όμως έτσι. Ήμουνα άνθρωπος όπως ερχότανε, ό,τι ερχότανε. Και έτσι είμαστε όλοι οι Κρητικοί.

Είσαι βεντέττα;

-Όοοχι! Δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι πολύ αστείο ν’ ακούς κάποιον να τον λένε βεντέττα.

Γελάει πολύ. Ένα γέλιο πηγαίο και στριμωγμένο στην αμηχανία του. Τά ’χασε με τη λέξη, σαν να μην την είχε ξανακούσει ποτέ για τον εαυτό του.

-…Ξέρεις, είμαστε τρία αδέρφια, τραγουδιστές και μουσικοί. Είμαστε πολύ αγαπημένα αδέρφια. Μερικοί δημοσιογράφοι προσπάθησαν να μας κάνουν κακό. Δεν βαριέσαι όμως, είμαστε καλή οικογένεια και αγαπιόμαστε.

Βαδίζοντας πάνω στον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τη ζωή του, χωρισμένη στο πριν την Αθήνα και μετά, τον ρωτάω λίγο δύσπιστα.

Έχεις διατηρήσει τις φιλίες σου;

-Όλες. Άμα είναι ο φίλος καλός. Και καλός να μην είναι, τον κάνω εγώ.

Τα πιο πολλά στην καριέρα σου σε ποιον τα οφείλεις;

-Κι ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος με βοήθησαν πολύ. Όμως εμένα γενικά δεν με πήρανε να με κάνουνε τραγουδιστή. Να μου δώσουνε σουξέ. Ήμουνα. Με αξιοποιήσανε. Μου κάνανε καλό, αλλά νομίζω ότι κι εγώ έχω προσφέρει. Όλα μπορώ να τα τραγουδήσω. Στην Κρήτη, όταν χρειαζόταν στη δουλειά μου, έλεγα και ξένα ακόμα τραγούδια.

Πες μου, απ’ τη δουλειά σου κερδίζεις πολλά;

-Όχι, δεν κερδίζω. Απλώς περνάω. Γιατί όσο πιο πολλά βγάζεις τόσο πιο πολλά ξοδεύεις. Πάντως δεν λέω ότι υστερούμαι. Περνάω πάρα πολύ καλά. Μέχρι στιγμής, μπορεί να σου φανεί και παράξενο, κάνω πολλά χρόνια τον τραγουδιστή, δεν έχω κάνει τίποτα που να μπορώ να πω: Αυτό τόκαμα με τη δουλειά μου. Δεν μένει τίποτα. Δεν βγάζω τόσα. Μη νομίζεις πως μου δίνεται κι η ευκαιρία. Ας νομίζει ο κόσμος. Να σου πω ένα πράμα.

(Σε αυτή του την τελευταία φράση άκουσα και το πρώτο χαρακτηριστικό κρητικό τόνισμα της φωνής).

Μερικοί από μας που δεν είχαμε και διαφήμιση είμαστε καταδικασμένοι. Κι από εταιρία κι απ’ το κέντρο κι απ’ το κράτος.

Μα μέσα στα εφτάχρονα της σκοτεινιάς, τραγούδησες για ξαστεριά. Πολλή κουβέντα για λευτεριά, για λεβεντιά.

-Έχεις δίκιο, μα δεν είναι μονάχα πολιτικοί οι λόγοι. Τώρα το τραγούδι είναι σε καλή κατάσταση. Καλοί συνθέτες, καλές δουλειές. Πάψανε να κάνουνε τραγουδάκια, να μπαίνουνε μέσα, σουξέ που λένε. Κι εμένα δεν μ αρέσει να κάνω ένα τραγούδι για να γίνει επιτυχία.

Προτιμάς το τραγούδι με μηνύματα;

-Αναλόγως, τα μηνύματα.

Τα τραγούδια παντιέρα, λοιπόν. Τα επαναστατικά;

-Πρώτα πρώτα αυτά που έχουνε καλό στίχο. Και τα ερωτικά τραγούδια έχουνε μηνύματα. Κι ο «Ερωτόκριτος» έχει τόσο πολλά κι είναι τραγούδι αγάπης. ‘Έτσι είμαι. Μια ρίζα. Ένα τραγούδι ρίζα. Σαν την «ξαστεριά». Οπόταν κι αν το πω, το ίδιο αποτέλεσμα φέρνει.

Ο Ξυλούρης ήταν μια ρίζα, σκέφτηκα. Μια ρίζα όμως κλεισμένη σε θερμοκήπιο. Τόχει δεχτεί λιγάκι μοιρολατρικά. Σαν νάταν ένας συμβιβασμός που έγινε χωρίς πολλή σκέψη. Σαν νάταν ο μόνος που θα του επέτρεπε να ζήσει σαν τραγουδιστής. Είναι αυθόρμητος ο Ξυλούρης. Σε όλα του. Σεμνός και περήφανος. Φιλόδοξος και μοιρολάτρης. Αντιφατικός και ήπιος. Παράξενος στο βάθος.

Σου άλλαξαν τα λεφτά το χαρακτήρα;

-Τα μισώ τα χρήματα. Μα το Θεό δεν βαστώ ποτέ μου. Όχι πως θέλω να το πω, αλλά σ’ ορκίζομαι σε ό,τι ιερό έχω. Όλο τον καιρό που δουλεύω εδώ, ο κόσμος με βλέπει ό,τι ώρα θέλει. Βλέπεις, δεν τραγουδάω πουθενά για τα 30 χιλιάρικα και μετά να εξαφανίζομαι. ’Εγώ είμαι μέσα στον κόσμο. Και στο μαγαζί και στο δρόμο. Ανάγκες υπάρχουνε… Δεν μου λείπουνε τα λεφτά. Όποιος έχει ανάγκη έρχεται και με βρίσκει. Το ξέρουνε. Πάντα. Όχι τώρα. Και στην Κρήτη πού ήμουνα.

Έχεις αυτοκίνητο όμως. (Το είπα για να τον κεντρίσω, νοιώθοντας πως μου μιλούσε εμπιστευτικά κι όχι για να προβάλει τις καλοσύνες του). Κι απάντησε απλά:

–Τόχα απ’ την Κρήτη. Δεν τόκαμα εδώ. Για μένα να κάνω αυτοκίνητο εδώ, τώρα, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το χρειαζόμουνα για να γυρίζω την Κρήτη σα λυράρης. Το μισώ τ’ αυτοκίνητο. Πας δέκα βήματα με τα πόδια, βλέπεις πέντε ανθρώπους. Σου λένε: γεια σου Νίκο, τι κάνεις Νίκο. Πίνουμε κι έναν καφέ. Και είναι και υγεία. Εγώ είχα μάθει να βαδίζω.

Θα άφηνες το γιο σου να γίνει τραγουδιστής, λυράρης;

-Όχι. (Τόπε κοφτά). Έχω δει πολλά. Μεγάλη ατιμία. Για να τον κάνω τον γιο μου καλλιτέχνη είναι σα να του λέω γίνε άτιμος. Αυτό τα λέει όλα. Μεγάλη βρωμιά. Πώς να φάει ο ένας τον άλλο, να καταστρέψει. Έχεις αξία; Θα σε θάψουνε. Ανεβάζουνε όποιον θένε, κι όποιον θένε κατεβάζουνε. Και αν εσώθηκα εγώ, είναι γιατί ήταν το «Τσίρκο». Εκεί φαινόμουνα κάθε βράδυ, κι έμεινα κοντά στον κόσμο. Επέπλευσα. Είμαι πολύ πικραμένος. Και αν τα εγκαταλείψω καμιά φορά γι αυτά θά ’τανε. Αλλά λέω θα τους εξυπηρετήσω. Και δεν το κάνω. Ήμουνα μια χαρά εκεί. Τα λέω και δεν έχω κανένα να φοβηθώ. Κι αν δεν είχα την αγάπη του κόσμου θα τα παρατούσα και θα ’φευγα. Θα πήγαινα στην ησυχία μου. Σου είπα και προηγουμένως ότι δεν ήμουνα κάποιος που τον πήραν και τον έκαναν τραγουδιστή. Ήμουνα. Θυμάμαι…

(Τον διέκοψε η κασέτα που τελείωσε. Αλλά συνέχισε αποφασισμένος να μου πει κάτι που τον έπνιγε καιρό).

Θυμάμαι, μια φορά τραγούδαγα σ’ ένα κρητικό μαγαζί κι έπαιζα λύρα. Μου στέλνανε γράμματα απ’ την Ε.Ρ.Τ. να πάω να κάνω μερικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Δεν ήθελα. Ό αδερφός μου ο Γιάννης κι ο Ζαχάρης που παίζουνε λαούτο με τουμπάρανε τελικά. Κι επήγα κι εβρήκα το Σίμο Καρρά. Αυτός ο άνθρωπος διευθύνει. Κι έχει κάμει μεγάλη ζημιά στο δημοτικό τραγούδι. Ήταν με τη γυναίκα του. Εγώ τότε είχα κάμει επιτυχίες που αγαπιότανε όχι μόνο στην Κρήτη. Είχα γυρίσει στις ρίζες. «Τι θα πεις», μου λέει. – «Την Ανυφαντού», του απάντησα. «Αυτός ο δίσκος είναι να τον βάζεις για να γελάς». Εγώ έμεινα. Λέω: Λες να είναι κι έτσι; Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που κρατάει τη δημοτική μουσική στα χέρια του. Να πω «Τον Αντρειωμένο μην τον κλαις». «Όχι, μου είπε. Δεν το τραγουδάς καλά». Μάζεψα τα όργανά μου κι έφυγα. Έπαθα σοκ. Κλονίστηκα. Απογοητεύτηκα. Αχ! Τα θυμάμαι, δεν τα ξεχνάω.

Είπε την τελευταία κουβέντα μ’ ένα τόνο υποσχετικό. Σκέφτηκα το στίχο «Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός φυτρώνει μες στ’ αγκάθι». Αλλά για τον φρόνιμο. Κι ο Ξυλούρης είναι. Με την πραγματική σημασία της λέξης. Πικράθηκε. Δεν παθιάστηκε. Πείνασε κάποτε. Και μικρός και μεγαλύτερος. Δεν του ’γινε απωθημένο. Δεν συγχωράει όμως όσους κάνανε κακό στη μουσική. Όλους όσους κρατάνε τα κλειδιά στην έκφραση, και τα χρησιμοποιούνε κατά πως νομίζουνε, χωρίς να ξέρουνε.

–Ο Μαρκόπουλος με βοήθησε να βρω κουράγιο στην αρχή. Κι ο Ξαρχάκος. Το τραγούδι που ο Καρράς έβρισκε για γέλια, την «Ανυφαντού», κι οι δυο λένε πως είναι απ’ τα καλύτερα κρητικά τραγούδια. Μου δώσανε δουλειά. Αλλά δεν έχουμε υποστήριξη από το κράτος. Ευτυχώς που υπάρχουνε καλοί συνθέτες. Το βλέπεις και από την κασετοπειρατεία. Δεν κάνει τίποτα το Κράτος. Τίποτα. Και μπορεί. Αλλά αδιαφορεί. Όσο για τις εταιρίες… Τον τραγουδιστή τον έχουν για να τον εκμεταλλεύονται. Να τον ξεζουμίζουν. Μέχρι πού σκέφτομαι καμιά φορά ότι συνεργάζονται οι εταιρίες στην κασετοπειρατεία. Ότι παίρνουνε ποσοστά. Νομίζω. Υποψιάζομαι. Έτσι θα έλεγα αν με ρωτούσες.

Λέει πράγματα βαριά. Που άλλοι θα τα κρύβανε για λόγους επαγγελματικούς. Όχι μόνο δεν τον νοιάζει, αλλά μου λέει κάθε τόσο.

«Να το γράψεις αυτό. Και το άλλο. Και το άλλο». –Να γράψεις και για την τηλεόραση. Είναι αίσχος δηλαδή. Παίρνουνε τις εκπομπές αυτοί που παίρνανε και κατά την εφταετία. Και στο ραδιόφωνο και παντού. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Έχουμε μόνο τον Χατζιδάκι εκεί πέρα που ’χει κάνει πολλά πράγματα και παλεύει. Στην τηλεόραση είναι πάλι εφταετία.

Τα λέει ήρεμα. Σαν σίγουρες διαπιστώσεις. Που επιτέλους μπορεί να τις πει. Μου κάνει εντύπωση πως η ομιλία του δεν θυμίζει τόσο έντονα Κρητικό όσο η νοοτροπία του. Κάπου, κάπου ο απόηχος του τσε αντί για το και.

Τι σ’ ανησυχεί, Νίκο Ξυλούρη; Το βλέπω στο βάθος των ματιών σου. Τι σε φοβίζει;

-Στην καρδιά του ανθρώπου η βρωμιά και στην καρδιά του τόπου η διχόνοια. Πρέπει όλοι εμείς να μονιάσουμε για να πάει μπροστά τούτος ο τόπος. Δεν είναι καλό κάτι; Να το σβήσουμε όλοι μαζί. Είναι; Να το σπρώξουμε όλοι μαζί. Να το υποστηρίξουμε. Εμείς αυτό είναι το πιο σπουδαίο που πρέπει να κάνουμε.

Τι σε τρομάζει;

-Η κακία. Η κακία με τρομάζει.

Θα σκότωνες ποτέ σου;

Ξαφνιάστηκε. Αλλά απάντησε:

-Άμα απειλούσανε κάποιο δικό μας, ναι. Δύσκολη ερώτηση. Μόνο για άμυνα.

Τί γνώμη έχεις για τις γυναίκες;

Τον μετρούσα με ξαφνικά θέματα. Δεν τον ένοιαζε όμως.

-Ό άντρας πρέπει να ’ναι άντρας κι η γυναίκα, γυναίκα. Μερικά πράγματα δεν μπορεί να τα κάνει η γυναίκα.

Σαν τί δηλαδή;

-Εγώ μπορώ ν’ ανεβώ στον Ψηλορείτη που θέλει τέσσερις ώρες ως την κορφή στο άψε σβήσε, κι αυτή να φάει μια μέρα.

Χαμογέλασε παιδιάστικα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες τριών αδερφάδων και μιας μάνας.

–Απ’ το πρωί ως το βράδυ με φροντίζανε. Τα στιβάκια μου, όλα. Κι εγώ φώναζα. Αλλά έτσι θέλουνε. Έχω λίγο συνηθίσει. Μπορεί η γυναίκα να γίνει και προεδρίνα. Αλλά όλα είναι εύκολα σήμερα. Κι η ζωή είναι ωραία άμα την παλέψεις. Άμα την ψάξεις, την αναζητήσεις.

Πως αισθάνεσαι σαν καλλιτέχνης μέσα στον κόσμο τον σημερινό;

Σκέφτεται λίγο, κουνάει και το κεφάλι στωικά.

–Ο άνθρωπος που δημιουργεί πρέπει, να ελπίζει πως κάποτε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και ν’ αγωνιστεί γι αυτό. Πολλοί νέοι κυκλοφορούνε με το σεξουαλικό βιβλιαράκι στην τσέπη. Οι σκηνοθέτες κάνουνε πορνό για να εντυπωσιάσουνε. Πρέπει ν’ αλλάξουν όλα τούτα και θα παλέψουμε. Πιστεύω και στο Θεό. Έτσι όπως βαδίζουμε σ’ όλο τον κόσμο για την καταστροφή, τι να πω. Αλλά είμαι αισιόδοξος.

Τα ναρκωτικά;

–Να σου πω μια ιστορία. Βιαζόμουνα να πάω στο θέατρο. Τρακάρισα μ’ έναν ηλικιωμένο με την γυναίκα και την κόρη του στ’ αμάξι. Δεν πειράζει, θα τα κανονίσουν οι ασφάλειες. Και λέει η κόρη του – για καλό βέβαια η κοπέλα: Μπαμπά, είναι ο κύριος Ξυλούρης. Κι αρχίζει αυτός. «Α! Έχεις πιει τα χασίσια σου, τα ναρκωτικά σου και πας τώρα να τραγουδήσεις. Βέβαια θα σκοτώσεις κι ανθρώπους». Εγώ πέθανα. Μα το Θεό αν μού ’παιζες δέκα μαχαιριές δεν θά ’βγαζα σταλιά αίμα. Κοίταξε, λέω, σε ποιά κατηγορία μας έχουν εμάς τους καλλιτέχνες. Δεν φεύγει απ’ το μυαλό μου. Αυτό τα λέει όλα.

Κλαις συχνά;

-Ναι. Συγκινιέμαι εύκολα. Οι άντρες κλαίνε. Οι γυναίκες είναι δυνατές, σκληρές, όσο κι ευαίσθητες νά ’ναι. Κλαίω και για στενοχώρια. Κι όταν μ’ αρέσει κάτι.

Εδώ τέλειωσε η κουβέντα μου με τον Ξυλούρη. Το βράδυ αργά τον ξαναβρήκα στην «Αποσπερίδα» να τραγουδάει «Ερωτόκριτο» μαζί με την Μαρίζα. Ήταν ευτυχισμένος γιατί βρήκε μια συνεργασία χωρίς αντιζηλίες, κακίες και μικρότητες. Σ’ ένα καμαρίνι γεμάτο φίλους και φωτογραφίες των παιδιών του, του Ρίτσου, του Λεοντή, του Ξαρχάκου. Μια ατμόσφαιρα σπιτικού. Μου μίλησε για τα όνειρά του. Τα κοντινά και τα μακρινά.

-Θέλω να τραγουδήσω δικά μου τραγούδια. Κι άλλα καλά τραγούδια με γερό στίχο κι από καλούς συνθέτες. Να κάνω τον «Ρωτόκριτο» δίσκο.

Και μετά;

-Μετά να πάω στην Κρήτη. Να τακτοποιηθώ εκεί. Να στεριώσω δηλαδή όπως ήμουνα. Και ακούς εκεί; Ήρθε ένας δήμαρχος και μούπε πως προσπαθούνε στο νησί να ξεσηκώσουνε τους Κρητικούς να ζητήσουν ανεξαρτησία. Μετά από τόσους αγώνες για να ενωθούμε, με την Ελλάδα μας. Μας βάζουνε πάλι φιτιλιές. Κοντεύω να πεθάνω. Σε παρακαλώ, γράψτο κι αυτό. Πάνε να βάλουνε φωτιά στην Κρήτη όπως και στην Κύπρο…

Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα κουβεντιάσει μ’ ένα κομμάτι γης. Γης στέρεης, βραχοσύστατης. Που δεν λασπώνει εύκολα, κι έχει νερό πολύ στις πηγές της. Δεν είπε μεγάλες κουβέντες, ο Ξυλούρης. Αγωνίζεται σιωπηλά. Μόνο το τραγούδι του, κεφάτη κρητική μαντινάδα, «Ερωτόκριτος» η φωνή βγαλμένη απ’ τα σωθικά αυτού του τόπου, τραβάει τις νυστεριές του. Φρόνιμα «δεν χάνεται στα πάθη». Γιατί τα μάτια του άστραφταν και χαμογέλαγαν τραγουδώντας:

Ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα
σαν είν’ ο τράγος δυνατός
δεν τόνε στένει η μάντρα…

πηγη www.katiousa.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου