Σελίδες

Text Widget

Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να 'ναι: Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί θα μοιραστεί την ήττα. Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει: Γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί.

Μπ. Μπρεχτ

Ετικέτες

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Μετά από 4 χρόνια πολέμου…

 

Η Ουκρανία έρμαιο των ληστρικών δυτικών ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων λίγο πριν το διαμελισμό της από το ρώσικο ιμπεριαλισμό

Στις 5πμ της 24ης Φεβρουαρίου του 2022 ο Βλ. Πούτιν με τηλεοπτικό διάγγελμά του ανακοίνωνε πως «πήρε μια απόφαση να πραγματοποιήσει μια ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία διακηρύσσοντας ότι «δεν είναι το σχέδιό μας να καταλάβουμε το ουκρανικό έδαφος. Δεν σκοπεύουμε να επιβάλουμε τίποτα σε κανέναν με τη βία». Έτσι, με τον ευφημισμό «ειδική στρα­τιωτική επιχείρηση», με δικαιολογητικό περίβλημα την «αποναζιστικοποίηση και αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας» και διαβεβαιώσεις ότι η Ρωσία «δεν θα καταλάβει ουκρανικό έδαφος» και «δεν θα επιβάλει τίποτα με τη βία», ο ρώσικος ιμπεριαλισμός ξεκίνησε τη στρατιωτική εισβολή του στην Ουκρανία. Τέσσερα χρόνια μετά, με τα όσα έχουν μεσολαβήσει και ενώ ο αιματηρός και καταστροφικός πόλεμος στην καρδιά της Ευρώπης συνεχίζεται, τα όσα έχουν προβάλει και ισχυρίζονται τόσο η Δύση όσο και η Ρωσία όλο και περισσότερο αποκαλύπτονται ως μια προπαγάνδα συγκάλυψης των πραγματικών αιτιών και σκοπών της πολεμικής σύγκρουσης στην Ουκρανία.

Η στρατιωτική εισβολή αποτέλεσε κλιμάκωση μιας σύγκρουσης που ήδη διεξαγόταν μεταξύ των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η σύγκρουση αυτή είχε ήδη οξυνθεί μετά την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας στο Κίεβο, με το φασιστικό πραξικόπημα της 20ης Φεβρουαρίου 2014, από δυνάμεις που στήριξαν και καθοδήγησαν οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Αυτή η βίαιη επέμβαση της ιμπεριαλιστικής Δύσης εκκίνησε μια, ουσιαστικά, εμπόλεμη κατάσταση στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας, που δεν σταμάτησε από τότε, στην οποία η Ρωσία απάντησε, κατ’ αρχήν, με την προσάρτηση της Κριμαίας.

Με το φασιστικό πραξικόπημα του 2014 οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιδίωξαν να αποσπάσουν εντελώς την Ουκρανία από την επιρροή της Ρωσίας και να την προσδέσουν στο ΝΑΤΟ, όπως έκαναν με την πλειονότητα των ανατολικών χωρών μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Με την απόφασή της το 2022, η Ρωσία θέλησε να ανακόψει την αμερικανονατοϊκή επέκταση προς τα σύνορά της που την θέτει σε περικύκλωση, να επανακτήσει επιρροή στην Ουκρανία και να την εμποδίσει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες του πολέμου.

Η άμεση αντίδραση των ΗΠΑ μετά το ξέσπασμα του πολέμου ήταν να συγκροτήσουν ένα αντιρωσικό μέτωπο με τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, το οποίο σε όλα τα χρόνια της προεδρίας Μπάιντεν επιδίωξε να απομονώσει και να εξουθενώσει τη Ρωσία, οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά. Παρείχε ισχυρή οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική ενίσχυση στο καθεστώς-ανδρείκελό τους στην Ουκρανία, στο καθεστώς Ζελένσκι και στα φασιστικά τάγματα Αζόφ. Επέβαλε πολύμορφες απανωτές οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία και κατέστρεψε τους ενεργειακούς αγωγούς της προς την Ευρώπη.

Ωστόσο η Ρωσία, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε, άντεξε την ενορχηστρωμένη δυτική ιμπεριαλιστική πίεση, με μια σειρά κινήσεις. Διαμόρφωσε στενή σχέση και συνεργασία με την Κίνα, τη Β. Κορέα, με τις χώρες που ανήκουν στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, στην ομάδα των BRICS και αναπροσάρμοσε τις οικονομικές δραστηριότητές της και τη διοχέτευση των ενεργειακών πόρων της στο διεθνή χάρτη κατά τρόπο που της επέτρεψε να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό απώλειες που είχε από το εμπάργκο που της επέβαλαν οι ΗΠΑ και η ΕΕ.

Με τη Ρωσία να καταφέρνει να αντεπεξέλθει και στην στρατιωτική πίεση και να κερδίζει έδαφος στο μέτωπο της Ουκρανίας, οι ουκρανικές εξελίξεις μπήκαν σε μια περίοδο που ο επικεφαλής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Ζοζέπ Μπορέλ, στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου του 2024, την περιέγραψε με την φράση «είναι σαφές ότι ο άνεμος φυσάει ενάντια στη Δύση, φυσάει εναντίον μας».

Η έλευση του Τραμπ στην ηγεσία των ΗΠΑ από την αρχή του 2025 έφερε αλλαγές στο διεθνές σκηνικό με άμεσες συνέπειες στον πόλεμο στην Ουκρανία και στο μέχρι τότε εμφανιζόμενο ως συμπαγές αντιρωσικό μέτωπο. Η μέχρι τότε πολεμική γραμμή ενάντια στη Ρωσία που τροφοδοτούσε τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία άρχισε να τροποποιείται με τις κινήσεις που εγκαινίασε ο Τραμπ απέναντι στην Ρωσία και στην Ουκρανία. Κινήσεις που απορρέουν από τη νέα «Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας» και την «Εθνική Αμυντική Στρατηγική » των ΗΠΑ. Στα πλαίσια αυτής της Στρατηγικής η πολιτική των ΗΠΑ άρχισε να μετατοπίζεται από τη θέση της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία, που κυριαρχούσε επί θητείας Μπάιντεν, προς τη θέση πως «είναι βασικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπραγματευτούν μια ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία». Από τη θέση της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ προς τη θέση «του τερματισμού της αντίληψης και της αποτροπής της πραγματικότητας του ΝΑΤΟ ως μιας διαρκώς διευρυνόμενης συμμαχίας» που υποβάλλει αναίρεση της θέσης για είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Από τη θέση οι ΗΠΑ να είναι ο κύριος πάροχος μιας αυξανόμενης οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης προς τον Ζελένσκι, προς τη θέση οι ΗΠΑ να δίνουν «πιο περιορισμένη υποστήριξη» για τον πόλεμο στην Ουκρανία και η Ευρώπη να «αναλάβει ηγετικό ρόλο στην υποστήριξη της άμυνας της Ουκρανίας» γιατί «όπως έχει δηλώσει ο Πρόεδρος Τραμπ, ο πόλεμος στην Ουκρανία πρέπει να τελειώσει. Ωστόσο, όπως έχει επίσης τονίσει, αυτό είναι πρωτίστως ευθύνη της Ευρώπης».

Πάνω σε αυτή τη στρατηγική κατεύθυνση έγινε και συνάντηση του Τραμπ με τον μέχρι τότε «αποκλεισμένο» (και με «ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου») Πούτιν στην Αλάσκα και η «συμφωνία αρχών για την αντιμετώπιση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, αλλά και για τον τρόπο αποκατάστασης των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας και αντιμετώπισης των ανησυχιών της Ρωσίας για την ασφάλεια» η οποία μπορεί να συμπεριλάβει, σύμφωνα και με νεότερες πληροφορίες, και ένα «μακροπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής συνεργασίας».

Απότοκη αυτής της συμφωνίας είναι και η «ειρηνευτική πρόταση των 28 σημείων» που έστειλαν, το Νοέμβριο του 2025, οι ΗΠΑ σε Ουκρανία και Ρωσία και βρίσκεται μέχρι σήμερα υπό διαπραγμάτευση.

Με αυτά τα δεδομένα, που την ευνοούν, η Ρωσία εντείνει τη στρατιωτική πίεσή της προς την Ουκρανία πυκνώνοντας μέσα στο χειμώνα τα χτυπήματά της στις ενεργειακές δομές της. Διευρύνει το πλεονέκτημα που έχει στο πολεμικό πεδίο για να επεκτείνει τις κατακτήσεις της της στο ουκρανικό έδαφος. Εκμεταλλεύεται το γεγονός της στροφής της κύριας προσοχής των ΗΠΑ προς την Κίνα και την περιοχή του Ινδοειρηνικού. Αξιοποιεί όλα τα προηγούμενα για να επιτύχει συμφωνίες με τις ΗΠΑ τόσο για την Ουκρανία όσο και γενικότερες, που θα της προσπορίσουν οφέλη στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό χορό κατανομής επιρροών.

Αυτό είναι φανερό στις όλο και πιο ισχυρές απαιτήσεις που προβάλλει για μια συμφωνία παύσης του πολέμου στην Ουκρανία. Πρώτη απ’ αυτές είναι να πάρει η Ρωσία το κατακτημένο από το ρωσικό στρατό ουκρανικό έδαφος, ενώ ακολουθούν και μια σειρά άλλες, ένα τμήμα των οποίων ανέφερε, πρόσφατα, ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Αλ. Γκρουσκό δηλώνοντας πως «η συμφωνία θα πρέπει να αποκλείει: Ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Ανάπτυξη στρατευμάτων ΝΑΤΟικών κρατών στην Ουκρανία. Χρήση του ουκρανικού εδάφους για να εγείρονται απειλές για τη Ρωσία».

Τα 4 χρόνια πολέμου στην Ουκρανία έχουν καταφέρει βαρύ πλήγμα στη Δυτική Ευρώπη.

Ο πόλεμος απέκοψε βίαια την ευρωπαϊκή οικονομία από τη φθηνότερη ρωσική ενέργεια με αποτέλεσμα να έχει μπει σε μια σκληρή δοκιμασία καθώς αποδυναμώθηκε η θέση της μέσα στην παγκόσμια σκηνή των σκληρών οικονομικών ανταγωνισμών.

Οι φιλοδοξίες των δυτικοευρωπαίων για τα κέρδη, που υπολόγιζαν να έχουν στην Ουκρανία ως αντίτιμο στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που της έχουν δώσει στον πόλεμο, βλέπουν να ψαλιδίζονται, καθώς στην υπόθεση της «ειρήνευσης» και της συζήτησης για το τι θα επακολουθήσει έχουν βρεθεί παραγκωνισμένοι από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, που διαπραγματεύονται διμερώς. Ταυτόχρονα εμφανίζονται έντονα δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Τραμπ να τους φορτώσει τα κύρια βάρη στήριξης της Ουκρανίας και αντιμετώπισης της Ρωσίας.

Αυτό έχει προκαλέσει και την αντίδρασή τους να παρουσιάζονται ως κήρυκες της συνέχισης του πολέμου με τη Ρωσία που συνοδεύεται από ένα παροξυσμό για ευρωπαϊκούς εξοπλισμούς και να επιμένουν στην ενίσχυση του καθεστώτος Ζελένσκι (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προ ημερών υπερψήφισε να του δανείσει 90 δισ. ευρώ για τα έτη 2026-2027). Παράλληλα, καταβάλλουν προσπάθειες να παρέμβουν στην αμερικανορώσικη διαπραγμάτευση για την «ειρηνευτική» συμφωνία, που συνδέεται και με την ιμπεριαλιστική μοιρασιά του πλούτου και την εκμετάλλευση της κατεστραμμένης Ουκρανίας (ήδη από πέρυσι ο Τραμπ υπόγραψε με το καθεστώς Ζελένσκι μια αποικιοκρατική συμφωνία αρπαγής του ορυκτού πλούτου της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ).

Μη μπορώντας η ΕΕ να σηκώσει μόνη της το βάρος ενός «κόμματος πολέμου» με τη Ρωσία, ήδη, αναδιπλώνει την στάση της και έχει αρχίσει να αναζητεί διαύλους επανέναρξης επικοινωνίας με τη Ρωσία και να εξετάζει το ενδεχόμενο να διορίσει έναν «ειδικό απεσταλμένο» που θα έχει επαφές με τη Μόσχα, με την Ιταλία και τη Γαλλία να ζητούν διάλογο με τη ρωσική ηγεσία, και με την τελευταία να έχει αποστείλει, προ ημερών, σύμβουλό της στο Κρεμλίνο για «διακριτικές συνομιλίες».

Πρόκειται για μια αλλαγή στάσης που επιδιώκει και με αυτόν τον τρόπο να ανοίξει δίοδο για μια ευρωπαϊκή συμμετοχή στον αμερικανορώσικο διαλογο για την Ουκρανία. Σε αυτή την κατεύθυνση, αντιπροσωπεία του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) μετέβη στη Μόσχα, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία πριν 4 χρόνια, σε μια προσπάθεια «επανεκκίνησης του διαλόγου», γιατί, όπως είπε ο πρόεδρός του, Ελβετός υπουργός Εξωτερικών, Ιν. Κασίς «δεν μπορούμε να σημειώσουμε πρόοδο με μονολόγους από τις δύο πλευρές».

Μέσα στο πλαίσιο που έχουν διαμορφώσει οι παραπάνω εξελίξεις συνεχίζονται και οι γύροι των ρωσοουκρανικών διαπραγματεύσεων για την «ειρηνευτική» συμφωνία, με τις διαφωνίες στα πιο επίμαχα ζητήματα -όπως η παραχώρηση εδαφών της Ουκρανίας στη Ρωσία και οι εγγυήσεις ασφαλείας- να παραμένουν.

Η ρωσική πλευρά, έχοντας πλεονέκτημα στο πολεμικό και στο διπλωματικό πεδίο, δεν βιάζεται για συμφωνία, καθώς με το πέρασμα του χρόνου ενισχύει τη θέση της.

Αντίθετα, η ουκρανική πλευρά έχει περιέλθει σε δυσμενή θέση, δέχεται όλο και μεγαλύτερη πίεση όχι μόνο από τις πολεμικές απώλειες αλλά και ακούγοντας τον Τραμπ να της λέει προ ημερών ότι «καλά θα κάνει να έρθει στο τραπέζι των συνομιλιών και μάλιστα γρήγορα», ενώ έχει τεθεί ζήτημα διεξαγωγής προεδρικών εκλογών και δημοψηφίσματος επί της «ειρηνευτικής» συμφωνίας.

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου η Ουκρανία συνθλίβεται μέσα στις συμπληγάδες του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού Δύσης-Ρωσίας, το 1/5 του εδάφους της έχει κατακτηθεί από το ρωσικό στρατό και μετράει εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, στρατιώτες και αμάχους, εκατομμύρια κατοίκων μετανάστες, τεράστιες καταστροφές στον υλικό πλούτο της και τις υποδομές της. Και ο πόλεμος δεν έχει ακόμα τελειώσει.

Το γιατί έχει συμβεί αυτή η τραγωδία και ποιοι ευθύνονται είναι το μεγάλο ζήτημα το οποίο πρέπει να κατανοήσει ο ουκρανικός λαός και όλοι οι λαοί, για να μπορέσουν να στραφούν ενάντια στις αιτίες και στις πολιτικές που την προκάλεσαν, ανοίγοντας με τον αγώνα τους το δρόμο προς την ειρήνη και την απαλλαγή από τα δεινά των ιμπεριαλιστών δυναστών τους και των λακέδων τους που αιματοκυλούν λαούς και καταστρέφουν χώρες.

πηγή:  Λαϊκός Δρόμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου