
Παρά τους αυξανόμενους κινδύνους και τις πολλαπλασιαζόμενες συνέπειες που δημιουργεί η συνέχιση του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, με τα περισσότερα κράτη της Μέσης Ανατολής να έχουν τυλιχθεί στις φλόγες, με το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, με τις πολεμικές επιχειρήσεις να επεκτείνονται από τον ισραηλινό στρατό και στο Λίβανο, με τα κράτη της νοτιανατολικής Μεσογείου να βρίσκονται σε στρατιωτικό συναγερμό και με την παγκόσμια οικονομία να συνταράζεται, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αμετακίνητα στέκεται σε μια κατεύθυνση στήριξης της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης, προωθώντας την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο.
Έχοντας μετατρέψει το έδαφος, τη θάλασσα και τον εναέριο χώρο της Ελλάδας σε σταθμό ανεφοδιασμού και ορμητήριο των αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ που επιχειρούν κατά του Ιράν. Έχοντας φρεγάτες του ελληνικού πολεμικού ναυτικού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Έχοντας προχωρήσει σε άμεση, θερμή συμμετοχή στον πόλεμο με ελληνική πυροβολαρχία Patriot να δρα στη Σαουδική Αραβία για την κατάρριψη ιρανικών πυραύλων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ετοιμάζεται να κάνει ένα ακόμη παραπέρα βήμα μεγαλύτερης συμμετοχής της χώρας στην πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράν.
Η αποστολή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης στο πολεμικό πεδίο της Μέσης Ανατολής, που πριν λίγες μέρες τόσο ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης όσο και ο υπουργός Άμυνας Ν. Δένδιας έλεγαν ότι «θα το δουν» και «θα το εξετάσουν αν υπάρξει ευρωπαϊκή επιχείρηση», έχει μπει σε φάση προετοιμασίας, όπως δείχνουν μια σειρά γεγονότα:
Πρώτο, το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε, στις 30 Μάρτη, αποφάσεις που τροποποιούν τις λεγόμενες εντολές των ναυτικών επιχειρήσεων της ΕΕ στην Ερυθρά Θάλασσα («EUNAVFOR Aspides») και στον κόλπο του Άντεν («EUNAVFOR Atalanta») για να ενισχυθεί η ναυτική εμπλοκή της ΕΕ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, με την αύξηση πολεμικών πλοίων. Οι εντολές αυτές συμπεριλαμβάνουν και ελληνικά πολεμικά πλοία αφού, ως γνωστόν, η Ελλάδα συμμετέχει στην επιχείρηση «Aspides» της ΕΕ (με τη φρεγάτα «Ύδρα», που περιπολεί στον Κόλπο του Άντεν και στην Ερυθρά Θάλασσα).
Δεύτερο, η εκπρόσωπος του ελληνικού ΥΠΕΞ δήλωσε ότι η κυβέρνηση «προτίθεται να προσχωρήσει στην Κοινή Δήλωση των 33 και πλέον κρατών σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ» και έκφρασε την «ετοιμότητα της Ελλάδας να συμβάλει στις προσπάθειες» αυτών των κρατών. Τη Δήλωση υπογράφουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Ιαπωνία, ο Καναδάς, η Αυστραλία κ.ά., που καταδικάζουν «με τον πιο έντονο τρόπο τις πρόσφατες επιθέσεις του Ιράν σε εμπορικά πλοία στον Κόλπο και το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από τις ιρανικές δυνάμεις».
Τρίτο, ο υπουργός Άμυνας Ν. Δένδιας, τις προηγούμενες μέρες, πήγε για
συνομιλίες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τα οποία η κυβέρνηση έχει
υπογράψει από το Νοέμβρη 2020 συμφωνία για την «άμυνα και ασφάλεια», η
οποία περιέχει και «ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής». Ερωτώμενη για
την επίσκεψη Δένδια, η εκπρόσωπος του ελληνικού ΥΠΕΞ απέφυγε να είναι
συγκεκριμένη, ωστόσο, η απάντησή της ότι «η ελευθερία της ναυσιπλοΐας
και η θαλάσσια ασφάλεια πρέπει να προστατευτούν» και ότι η κυβέρνηση
εκφράζει την «αλληλεγγύη» της «προς τις χώρες του Κόλπου» έκανε ορατό το
σκοπό της επίσκεψης.
Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση κάνει προετοιμασία
για την αποστολή ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στα Στενά του Ορμούζ στα
πλαίσια μιας ευρύτερης αποστολής δυτικών κρατών. Μέρος αυτής της
προετοιμασίας αποτέλεσε και η πολεμική άσκηση που έγινε στην
Ελευσίνα,στις 31 Μάρτη, παρουσία του υπουργού Ναυτιλίας Β. Κικίλια, με
σενάριο το πλήγμα κατά δεξαμενόπλοιου και στόχο να ελεγχθεί, όπως
σημείωνε η σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Ναυτιλίας, «η ανταπόκριση
στις αυξημένες προκλήσεις που επηρεάζουν την ναυτιλία, τις εφοδιαστικές
αλυσίδες και την διακίνηση ενέργειας».
Προϊόν της πολιτικής της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, που θεωρεί ότι εξυπηρετώντας τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ «αγοράζει» αμερικάνικη «προστασία» για τα συμφέροντά της, η κυβερνητική πολιτική εμπλοκής στον πόλεμο φέρνει τον ελληνικό λαό ενώπιον αυξημένων κινδύνων. Αυτή η επικίνδυνη πολιτική ισχυρίζεται ότι «κινείται στη σωστή πλευρά της ιστορίας» γιατί, τάχα, «εξασφαλίζει» την «προστασία» και την «ασφάλεια» της χώρας και με το να γίνεται παρακολούθημα και συμμέτοχη των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων και πολέμων. Η ειρωνεία, ωστόσο, είναι πως η παρούσα συγκυρία ξεγυμνώνει το ψεύδος αυτού του προπαγανδιστικού ισχυρισμού, καθώς, μπροστά στα μάτια όλων, η παρόμοια πολιτική αμερικάνικης «προστασίας» την οποία ακολούθησαν και τα αραβικά κράτη, που θεωρούσαν ότι ήταν ασφαλή με την ομπρέλα των αμερικάνικων βάσεων που είχαν στα εδάφη τους, αποκαλύπτεται πως όχι μόνο δεν τους εξασφάλισε καμιά απολύτως ασφάλεια αλλά, αντίθετα, τα μετέτρεψε σε στόχους ενός πολέμου που γίνεται για τα αμερικανοϊσραηλινά συμφέροντα, απέναντι στον οποίο η αμερικάνικη «προστασία» τα άφησε έκθετα.
Πάνω απ’ όλα, όμως, αυτή η πολιτική είναι καταστροφική γιατί έχει κάνει την Ελλάδα εξάρτημα των αμερικάνικων ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων και σύμμαχο του ισραηλινού σιωνιστικού κράτους-σφαγέα στη Μέση Ανατολή, μετατρέποντάς την σε αντίπαλο λαών και κρατών με τα οποία δεν έχει κανένα λόγο να είναι αντίπαλός τους, αντίθετα την ωφελεί η συνεργασία μαζί τους. Και μια τέτοια περίπτωση είναι το Ιράν, που αν και τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη έχουν ομολογήσει -πέραν των άλλων ειρηνικών διακρατικών σχέσεων που υπήρχαν- ότι ήταν και η μόνη χώρα που έκανε πετρελαϊκή διευκόλυνση στην Ελλάδα στα μνημονιακά χρόνια της χρεοκοπίας της, τώρα η ελληνική κυβέρνηση στηρίζοντας την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του έχει καταφέρει μια σχέση που ήταν φιλική να τη μεταβάλει σε εχθρική και επιβλαβή για τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Αυτό, ακριβώς, φάνηκε στην επικοινωνία που έκανε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτης με τον Ιρανό ομόλογο του, προφανώς πιεζόμενος από τα ελληνικά εφοπλιστικά συμφέροντα που διακινδυνεύονται τώρα στο στενό του Ορμούζ, για να του πει, εντελώς υποκριτικά, για «την ανάγκη για διπλωματική λύση και για πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», τη στιγμή που ελληνική κυβέρνηση στηρίζει την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν! Η απάντηση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Σ.Α. Αραγτσί ήταν διπλωματική αλλά σαφώς με αιχμηρό νόημα κατά της θέσης που έχει πάρει η Ελλάδα, καθώς του «υπενθύμισε τη νομική υποχρέωση των χωρών βάσει του Διεθνούς Δικαίου να εμποδίζουν τους επιτιθέμενους να χρησιμοποιούν το έδαφος και τις εγκαταστάσεις τους για να σχεδιάζουν, να υποστηρίζουν και να εκτελούν επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον άλλων χωρών».
Την πολιτική εμπλοκής στον πόλεμο, στο πλευρό των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η κυβέρνηση προσπαθεί να την εμφανίσει ότι ευνοεί τα εθνικά συμφέροντα, κι ας είναι οφθαλμοφανές όχι μόνο το τι τεράστιες ζημιές φέρνει στην ελληνική οικονομία αλλά και -ακόμη περισσότερο- το γεγονός ότι συμμετέχουν ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν και το ότι η Ελλάδα είναι σημείο εξόρμησης των αμερικάνικων επιθέσεων κατά του Ιράν την κάνουν πολεμικό στόχο. Προσπαθεί να την εμφανίσει ακόμα ότι είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων, υπονοώντας ότι θα αποφέρει στήριξη των ΗΠΑ στα εθνικά και κυρίως στα ελληνοτουρκικά ζητήματα, ενώ -στην πραγματικότητα- ήδη έχει διαφανεί ότι οι κινήσεις των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο Αιγαίο, στον Έβρο και στην Κύπρο, που έχουν γίνει μετά το ξεκίνημα του πολέμου κατά του Ιράν, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις της Τουρκίας, η οποία ενίσχυσε και την στρατιωτική παρουσία της στην κατεχόμενη Κύπρο, πολλαπλασίασε τις αεροπορικές παραβιάσεις πάνω από το Αιγαίο και έχει προβεί σε διάβημα στο ΝΑΤΟ και νέες δηλώσεις έντασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η κυβερνητική πολιτική στήριξης του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν δεν φέρνει περιπλοκές μόνο στα ελληνοτουρκικά θέματα αλλά και στις άλλες διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας και πρώτα απ’ όλα, στο πώς να «ρυθμίσει» τη στάση της απέναντι στις διαφοροποιημένες θέσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ για τον πόλεμο στο Ιράν, μέσα στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής εξάρτησής της και από τους δυο αυτούς δυτικούς «αφέντες» της. Έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση που ακόμα και τα πιο φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης να γράφουν πως η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε «δύσκολα προσπελάσιμο πλέγμα προκλήσεων» που χαρακτηρίζεται από «μια σημαντική διαφαινόμενη διεύρυνση του ρήγματος Ευρώπης – ΗΠΑ», από μια «κατάσταση στο διπλωματικό πεδίο που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς το Ισραήλ, προτιμώμενος εταίρος και σύμμαχος για την Ελλάδα σε πολλά πεδία, ξαναμπαίνει διεθνώς στο στόχαστρο της κριτικής», από «κινδύνους που αγγίζουν τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή τον τουρισμό» κ.ά.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου