
Το κουβανικό κοινοβούλιο ενέκρινε πριν λίγες μέρες ομόφωνα (!) το πιο εκτεταμένο πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων που έχει δει η χώρα από το 1959. Σαρωτικές αλλαγές -με την ευλογία και του Ραούλ Κάστρο- που οδηγούν την οικονομία της Κούβας ολοκληρωτικά στην ανοιχτή αγορά σε όλους τους τομείς της, ως αποτέλεσμα της αγωνιώδους αναζήτησης λύσης επιβίωσης, υποκύπτοντας στην αφόρητη πίεση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Πάνω από 175 (!) μεταρρυθμίσεις
κατακλύζουν σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομίας: τη δομή ιδιωτικών και
κρατικών επιχειρήσεων, τον τραπεζικό και τουριστικό τομέα, τη γεωργία,
τις ξένες επενδύσεις, τη φορολογία, τους μισθούς και -για πρώτη φορά-
την αγορά συναλλάγματος, που μέχρι σήμερα παρέμενε αποκλειστικά στα
χέρια του κράτους. Ανοίγει ο δρόμος για ιδιωτική ανάπτυξη ακινήτων, οι
κρατικές επιχειρήσεις μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες με μετοχές,
ιδιωτικές τράπεζες αποκτούν πρόσβαση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ενώ
επιτρέπεται πλέον η πώληση κρατικής περιουσίας σε εγχώρια και ξένα
νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων Κουβανών της διασποράς. Επίσης,
νομιμοποιείται η λειτουργία ιδιωτικών εταιρειών με πάνω από 100
εργαζόμενους, ενώ ξένα κεφάλαια αποκτούν πρόσβαση στον ιδιωτικό τομέα
και οι πολίτες το δικαίωμα σε τραπεζικούς λογαριασμούς ξένου νομίσματος.
Πρόκειται
για το πιο βαθύ πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 70
χρόνων και για δραστικές αλλαγές που στοχεύουν στη διεύρυνση αν όχι την
απόλυτη κυριάρχηση του ιδιωτικού τομέα.
Οι σημερινές αποφάσεις δεν είναι τομή εκ
του μηδενός· είναι επιτάχυνση μιας διαδικασίας που ήδη είχε αρχίσει. Ήδη
από το 2021, και για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα, είχαν ανοίξει οι
πόρτες στις μικρομεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις με έως 100 εργαζόμενους.
Σήμερα λειτουργούν πάνω από 10.000 τέτοιες επιχειρήσεις, απασχολώντας
το ένα τρίτο του ενεργού πληθυσμού.
Είναι σημαντικό να γίνει
κατανοητό ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν προέκυψαν εν κενώ και από
εθελούσια αποδοχή της νεοφιλελεύθερης συνταγής. Προέκυψαν υπό το βάρος
ενός οικονομικού στραγγαλισμού που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Από το
1962, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν εμπάργκο στην Κούβα, μια
πολιτική που παραβιάζει κάθε χρόνο την καταδίκη της Γενικής Συνέλευσης
του ΟΗΕ και παραμένει μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία των
οικονομικών κυρώσεων. Υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, η πίεση έχει κλιμακωθεί σε
ό,τι η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση αποκαλεί πολιτική «μέγιστης
πίεσης»: ένας ασφυκτικός πετρελαϊκός αποκλεισμός πολλών μηνών έχει
γονατίσει το νησί, οδηγώντας σε γενικευμένες διακοπές ρεύματος,
ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων, καυσίμων και πόσιμου νερού.
Αυτές οι εικόνες ανθρωπιστικής κρίσης δεν
είναι παράπλευρη ζημιά, είναι το ζητούμενο. Η λογική της «μέγιστης
πίεσης» είναι σαφής: να φτάσει η κουβανική κοινωνία σε σημείο ανοχής
μηδέν, ώστε η κυβέρνηση να αναγκαστεί είτε να καταρρεύσει είτε να
υποκύψει.
Και πράγματι, φαίνεται πως οι κυρώσεις, ο αποκλεισμός και η
οικονομική ασφυξία, καταφέρνουν βασικούς στόχους του αμερικάνικου
ιμπεριαλισμού στο νησί της Καραϊβικής, χωρίς την ανάγκη στρατιωτικής
επιχείρησης. Οι μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν, παρά τις δηλώσεις του
προέδρου Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ περί υποτιθέμενης «υπεράσπισης του
σοσιαλισμού», αποτελούν την πιο εκκωφαντική – εξαναγκαστική ή μη, δεν
έχει σημασία – συμμόρφωση στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ και στην
ολοκληρωτική στροφή σε μία ολότελα καπιταλιστική οικονομία.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου