
Η ίδρυση του κόμματος «Ελπίδα για τη
Δημοκρατία» από τη Μαρία Καρυστιανού συνοδεύτηκε από υψηλές προσδοκίες,
καθώς παρουσιάστηκε ως μια πολιτική πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να
εκφράσει το αίτημα για δικαιοσύνη, διαφάνεια και δημοκρατική ανανέωση.
Ωστόσο, λίγες μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωσή του ήρθαν στην επιφάνεια
ζητήματα που αφορούν τόσο τη λειτουργία του όσο και τον πολιτικό του
προσανατολισμό.
Η παραίτηση του πραγματογνώμονα της
υπόθεσης των Τεμπών, Βασίλη Κοκοτσάκη, λίγες ώρες μετά την αποχώρηση
του πρώην πτεράρχου Αθανάσιου Παπανικολάου, ανέδειξε τις πρώτες σοβαρές
ρωγμές στο εσωτερικό του κόμματος. Οι δύο αποχωρήσεις συνοδεύτηκαν από
καταγγελίες για συγκεντρωτικό τρόπο λειτουργίας, περιορισμένη συμμετοχή
στις αποφάσεις και καθοριστικό ρόλο μιας κλειστής ομάδας προσώπων, στην
οποία συμμετέχουν πρώην στελέχη της ακροδεξιάς ΝΙΚΗΣ. Ο Κοκοτσάκης
υποστήριξε ότι, αντί για θεσμούς, συλλογικές διαδικασίες και
δημοκρατική συμμετοχή, επικράτησαν προσωπικές επιρροές, εσωτερικές
ισορροπίες και παρασκηνιακοί ανταγωνισμοί, αποδίδοντας την κύρια
πολιτική ευθύνη στη Μαρία Καρυστιανού. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι η
Ιδρυτική Διακήρυξη συντάχθηκε χωρίς συλλογικές διαδικασίες, ενώ
αγνοήθηκε και το οργανωτικό σχέδιο που είχε εκπονηθεί από το αρμόδιο
τμήμα, με αποτέλεσμα να επικρατήσει ένα συγκεντρωτικό μοντέλο λήψης
αποφάσεων.
Απαντώντας στις επικρίσεις, η Μαρία
Καρυστιανού έκανε λόγο για «πόλεμο πανταχόθεν», υποστηρίζοντας ότι το
κόμμα βρίσκεται στο στόχαστρο συντονισμένων επιθέσεων, λάσπης και
συκοφαντίας. Εντούτοις, η εικόνα του κόμματος απέχει από τις αρχικές
διακηρύξεις περί υπέρβασης του διαχωρισμού Δεξιάς και Αριστεράς και
αποστασιοποίησης από το παλιό πολιτικό προσωπικό, καθώς η παρουσία
πρώην στελεχών της ΝΙΚΗΣ σε καίριες θέσεις καταδεικνύει ξεκάθαρη
πολιτική κατεύθυνση. Στο ίδιο πλαίσιο, δημόσιες τοποθετήσεις κατά της
χρήσης του όρου «γυναικοκτονία», με το επιχείρημα ότι διαχωρίζει
γυναίκες και άνδρες και παρουσιάζει τις γυναίκες ως «αδύναμο φύλο»,
καθώς και παλαιότερες δηλώσεις για το δικαίωμα στην άμβλωση και αναφορές
στους πρόσφυγες ως «παράνομους εισβολείς» μετά το πολύνεκρο ναυάγιο
στη Χίο, δείχνουν, επίσης, συγκεκριμένο αντιδραστικό ιδεολογικό
προσανατολισμό.
Η ίδια η Ιδρυτική Διακήρυξη, παρότι
περιλαμβάνει γενικόλογες αναφορές στη διαφάνεια, τη δημοκρατία, τη
δικαιοσύνη και την πατρίδα, αποφεύγει να λάβει συγκεκριμένες θέσεις σε
κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η εν λόγω τακτική, η οποία
ακολουθείται και από τον Τσίπρα με την ΕΛΑΣ, επιτρέπει στο κόμμα να
απευθύνεται σε ένα ευρύ εκλογικό ακροατήριο, χωρίς σαφείς δεσμεύσεις που
θα περιόριζαν την απήχησή του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κόμμα της
Καρυστιανού αποτελεί έναν προσωποκεντρικό πολιτικό σχηματισμό που
επιχειρεί να καλύψει το κενό στο συντηρητικό χώρο, λόγω της φθοράς της
κυβέρνησης Μητσοτάκη και των κάθε λογής ακροδεξιών σχηματισμών. Ως
αποτέλεσμα, οι θέσεις του όχι μόνο δεν αντιπαρατίθενται αλλά συμπλέουν
με τα βασικά συστατικά στοιχεία του κυρίαρχου αστικού, οικονομικού και
πολιτικού συστήματος, γεγονός που εκμηδενίζει τη δυνατότητα ουσιαστικής
έκφρασης των λαϊκών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η
απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, παρότι
αυτή ουσιαστικά οδήγησε στην τραγωδία των Τεμπών.
Ωστόσο, οι μεγαλειώδεις λαϊκές κινητοποιήσεις που πλημμύρισαν ολόκληρη τη χώρα, αλλά και το εξωτερικό, με αποκορύφωμα το Φλεβάρη του 2025, δεν είχαν ως στόχο την ανάδειξη μιας νέας πολιτικής προσωπικότητας ούτε τη δημιουργία ενός ακόμη κομματικού φορέα. Αντίθετα, εξέφρασαν τη λαϊκή απαίτηση για τον τερματισμό της συγκάλυψης και την απόδοση δικαιοσύνης. Παράλληλα, ανέδειξαν τη δυσαρέσκεια απέναντι στο ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, την ακρίβεια και τη φτώχεια που έχει επιφέρει η αντιλαϊκή πολιτική της ΝΔ και των προηγούμενων κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ. Η λαϊκή οργή που ξέσπασε μετά το έγκλημα των Τεμπών έδειξε πως δεν μπορεί να αποτελέσει διέξοδο ένα κόμμα, όπως αυτό της Καρυστιανού, με όλα τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών κομμάτων του αστικού κοινοβουλευτισμού. Η πραγματική δύναμη βρίσκεται στη συλλογική δράση του λαού και της νεολαίας, που μέσα από τον οργανωμένο αγώνα μπορούν να διεκδικήσουν ουσιαστικές αλλαγές απέναντι στις αντιλαϊκές πολιτικές.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου