
Η επίσκεψη του Βρετανού πρωθυπουργού Στάρμερ στο Πεκίνο ήταν η πιο πρόσφατη δυτικού ηγέτη, μετά από εκείνες του Γάλλου Προέδρου Μακρόν και του Καναδού πρωθυπουργού Κάρνεϊ. Με την επικείμενη επίσκεψη του Γερμανού καγκελαρίου Μέρτς στα τέλη Φεβρουαρίου, συμπληρώνεται ένα «καρέ» ηγετών των G7 που θα έχουν συναντηθεί με τον Σι Τζινπίνγκ. Ενδιάμεσα, το Πεκίνο επισκέφθηκε και ο Φινλανδός πρωθυπουργός Πέτερι Όρπο, από χώρα που εντάχθηκε πρόσφατα στο ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Οι αλλεπάλληλες αυτές επισκέψεις, από κυβερνήσεις που μέχρι πρόσφατα
συγκαταλέγονταν στους σφοδρότερους επικριτές του Πεκίνου, αντανακλούν
τις οξυνόμενες αντιθέσεις στο εσωτερικό του δυτικού ιμπεριαλιστικού
στρατοπέδου. Αντιθέσεις που βαθαίνουν από την πολιτική ωμών εκβιασμών
των ΗΠΑ και τις οποίες η Κίνα επιχειρεί να αξιοποιήσει για να ενισχύσει
τη θέση της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Το Πεκίνο επιδιώκει να
προσεταιριστεί δυτικές πρωτεύουσες μέσω πολιτικών και οικονομικών
ανοιγμάτων, την ώρα που ο Τραμπ απειλεί και υψώνει τείχη
προστατευτισμού. Παράλληλα, τις καλεί να «αυτονομηθούν» απέναντι στην
αμερικανική ηγεμονία. Πρόκειται για συνειδητή παρέμβαση στο εσωτερικό
του ευρωατλαντικού μπλοκ.
Η υπόθεση της Γροιλανδίας είναι ενδεικτική. Οι ανοιχτές αμερικανικές αξιώσεις για έλεγχο –ή ακόμη και κυριαρχία– σε έδαφος ευρωπαϊκού κράτους, σε συνδυασμό με απειλές δασμών και οικονομικών αντιποίνων, ανέδειξαν τον υποδεέστερο ρόλο της Ευρώπης και των Δυτικών «Κεντρικών Δυνάμεων», σύμφωνα με την ορολογία του Καναδού πρωθυπουργού, στο ευρωατλαντικό πλαίσιο. Παρά τις φραστικές αντιδράσεις, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται, προς το παρόν, απρόθυμες ή ανίκανες να συγκρουστούν ουσιαστικά με τις ΗΠΑ.
Κινεζικά δημοσιεύματα, που απηχούν την επίσημη κρατική γραμμή, μιλούν ανοιχτά για πολιτική κατευνασμού, παραλληλίζοντας τη σημερινή στάση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με εκείνη των Αγγλογάλλων απέναντι στη ναζιστική Γερμανία και τη Συμφωνία του Μονάχου το 1938 που παραχώρησε στον Χίτλερ την Τσεχοσλοβακία. Υπενθυμίζουν ότι, στο όνομα της «συμμαχικής συνοχής» και της «ασφάλειας», θυσιάζονται κυριαρχικά δικαιώματα, διεθνείς κανόνες και οι ίδιες οι αρχές της μεταπολεμικής τάξης, τονίζοντας ότι ο κατευνασμός δεν περιορίζει τον ισχυρό αλλά τον αποθρασύνει.
Ο παραλληλισμός αυτός δεν πηγάζει από ιστορική ευαισθησία, αλλά λειτουργεί ως εργαλείο ιδεολογικοπολιτικής πίεσης προς τις δυτικές πρωτεύουσες για τη στάση τους απέναντι στις ΗΠΑ. Η Κίνα, απ’ την άλλη, εμφανίζεται ως δύναμη «ρεαλισμού», προβάλλοντας την πολυμερή συνεργασία, την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και την απόρριψη των μονομερών εκβιασμών. Στόχος της είναι να αποσπάσει –έστω μερικώς– την Ευρώπη από την πλήρη ευθυγράμμιση με την αμερικανική στρατηγική, τη στιγμή που ο Τραμπ επιχειρεί να τη σύρει σε σύγκρουση με την Κίνα κάτω από τη δική του μπαγκέτα.
Οι δυτικοευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ταλαντεύονται ανάμεσα στην πλήρη ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ και την αναζήτηση «στρατηγικής αυτονομίας», βασιζόμενοι, όπως επισημαίνουν κινεζικές αναλύσεις, σε δύο αυταπάτες. Ότι οι ΗΠΑ θα αυτοσυγκρατηθούν και ότι η Ευρώπη μπορεί να αποφύγει να γίνει στόχος εκβιασμών, αναμένοντας μια κυβερνητική αλλαγή στην Ουάσιγκτον. Η πραγματικότητα, όμως, τις διαψεύδει. Όπως δήλωσε ο Κάρνεϊ, όποιος δεν κάθεται στο τραπέζι των εξελίξεων και των συζητήσεων βρίσκεται «στο μενού». Ο Τραμπ όμως έχει δηλώσει πως συνομιλεί μόνο με τη «ηθική» του.
Σε αυτό το πλαίσιο, ενώ η Κίνα εμφανίζεται να προσεγγίζει τους Ευρωπαίους ως ισότιμους εταίρους, στην πραγματικότητα τους χρησιμοποιεί ως μοχλούς που μπορούν να αποδυναμώσουν την αμερικανική στρατηγική ανάσχεσής της και να φρενάρουν τα μέτρα περικύκλωσης. Να υπονομεύσουν τη διεθνή και διπλωματική ισχύ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.
Την ίδια στιγμή, ενώ ακολουθεί πολιτική «καρότου» προς τους Ευρωπαίους και τον Καναδά, κραδαίνει το «μαστίγιο» απέναντι στην Ιαπωνία, έναν από τους σκληρότερους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή Ασίας–Ειρηνικού. Εδώ εγκαταλείπει τη διαλλακτική ρητορική και περνά σε ανοιχτή αντιπαράθεση, επαναφέροντας το μιλιταριστικό παρελθόν της Ιαπωνίας και κατηγορώντας την για αναβίωση του επανεξοπλισμού και εγκατάλειψη του μεταπολεμικού «ειρηνισμού».
Οι προεκλογικοί σχεδιασμοί της ακροδεξιάς πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι
για αναθεώρηση των συνταγματικών περιορισμών και αποδόμηση του άρθρου 9
του συντάγματος, που τυπικά απαγορεύει τη συμμετοχή της χώρας σε
πολεμικές επιχειρήσεις, παρουσιάζονται από το Πεκίνο ως επικίνδυνη ρήξη
με τους μεταπολεμικούς φραγμούς και ως αναβίωση του ιαπωνικού
μιλιταρισμού. Η επίκληση αυτή λειτουργεί ως εργαλείο απονομιμοποίησης
της Ιαπωνίας στους λαούς, τις κυρίαρχες τάξεις και τις κυβερνήσεις της
περιοχής, προβάλλοντάς τη ως προκεχωρημένο στρατιωτικό φυλάκιο της
αμερικανικής στρατηγικής.
Το Πεκίνο στέλνει το μήνυμα καθώς επιχειρεί
να διαχωρίσει τους συμμάχους των ΗΠΑ. Πιέζει σκληρά εκείνους που
βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της στρατιωτικής αντιπαράθεσης όπως η
Ιαπωνία, ενώ προσεταιρίζεται εκείνους που κινούνται πιο διστακτικά, όπως
οι Ευρωπαίοι και ο Καναδός.
Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι το διεθνές πεδίο γίνεται όλο και πιο ρευστό και χαρακτηρίζεται από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η Κίνα δεν αποτελεί «αντίπαλο δέος» του ιμπεριαλισμού, όπως στην επαναστατική περίοδο του ΚΚΚίνας πριν κυριαρχήσει ο ρεβιζιονισμός, αλλά ανερχόμενη ιμπεριαλιστική δύναμη που αξιοποιεί τις αντιθέσεις για να σπάσει την αμερικανική περικύκλωση και να διεκδικήσει παγκόσμια ηγεμονία.
Οι Δυτικοευρωπαίοι ιμπεριαλιστές και ο Καναδάς, πιεσμένοι από την
πολιτική Τραμπ, αναζητούν διέξοδο στην Κίνα, αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα
στη «στρατηγική αυτονομία» και την προσαρμογή στις αμερικανικές
επιταγές, ώστε να βρεθούν με καλύτερους όρους στο τραπέζι της
ιμπεριαλιστικής μοιρασιάς και όχι στο μενού. Η Ιαπωνία, από τη μια,
μετατρέπεται σε αιχμή του δόρατος των ΗΠΑ, εξυπηρετώντας και δικά της
συμφέροντα και από την άλλη, σε πεδίο επίδειξης της κινεζικής ισχύος.
Η
διέξοδος δεν βρίσκεται στην επιλογή στρατοπέδου ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ ή
Κίνα, αλλά στην κοινή πάλη των λαών ενάντια στο
καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα.
πηγή:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου