
Η πολεμική επιδρομή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ισραηλινού φασισμού εναντίον του Ιράν έχει ήδη κρατήσει περισσότερες μέρες από όσες ήλπιζαν οι κυβερνήσεις του Τραμπ και του Νετανάχιου. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται όπως είχαν φανταστεί. Το Ιράν αποδεικνύεται πολύ πιο προετοιμασμένο από όσο είχε εκτιμηθεί και οι επιπτώσεις της σθεναρής του άμυνας και στρατηγικής του, ήδη διεγείρουν ποικίλες αντιθέσεις εντός του κράτους του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αυτές προϋπήρχαν της απόφασης για επίθεση ενάντια στο Ιράν.
Από τις δημοσκοπήσεις που έχουν γίνει από την έναρξη του πολέμου και όσο μπορούν αυτές να θεωρηθούν αξιόπιστες, προκύπτει διαίρεση μέσα στην κοινωνία για τον πόλεμο, με τη συνισταμένη εικόνα να είναι ότι περίπου οι μισοί Αμερικάνοι πολίτες να διαφωνούν με τη διεξαγωγή του. Προφανώς εδώ έχουμε να κάνουμε με το γεγονός ότι οι περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι στηρίζουν για την ώρα, τουλάχιστον στα λόγια και όσο οι συνέπειες δεν είναι ακόμη τόσο αισθητές, την απόφαση του Τραμπ, ενώ οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών αντιτίθενται σε αυτήν.
Υπάρχει όμως εδώ ένα κρίσιμο ζήτημα. Ένα τμήμα της «Τραμπικής» Αμερικής, είναι (εκτός από ακροδεξιό) και αντισημιτικό. Βλέπει δε την υπόσχεση του Τραμπ για μη κήρυξη νέων πολέμων, ώστε τάχα να ασχοληθεί με τα εσωτερικά προβλήματα, να παραβιάζεται ακριβώς για χάρη του μισητού Ισραήλ. Ο Τραμπ χάνει το κύρος του και φαίνεται σαν «πιόνι των Εβραίων» στα μάτια τους. Αυτό το κοινό επηρεάζεται από διάφορες προσωπικότητες που δραστηριοποιούνται στη δημόσια σφαίρα, όπως ο Τάκερ Κάρλσον, πρώην δημοσιογράφος του FOX με τεράστια επιρροή στις ΗΠΑ, που έχει πλέον διαχωρίσει την θέση του από τον Τραμπ και τελευταία προωθεί έντονα τη θεωρία ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ άγεται και φέρεται από τον πρόεδρο του Ισραήλ. Με τις ενδιάμεσες εκλογές πλέον να πλησιάζουν, αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό, καθώς μπορεί να οδηγήσει τον Τραμπ σε εκλογική συντριβή, ειδικά αν οι αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία (και όχι μόνο) συσσωρευθούν.
Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, διάφορα αμερικάνικα ΜΜΕ προβάλλουν ειδήσεις και απόψεις που δημιουργούν την εικόνα ότι ο πόλεμος δεν πάει καλά για τους Αμερικάνους. Χαρακτηριστικά ήταν τα πρόσφατα άρθρα των New York Times που έκαναν λόγο για σχέδιο εξόδου από τον πόλεμο, που αναζητά απελπισμένα ο Τραμπ ή ότι δεν έχει ιδέα πώς να τερματίσει (δηλαδή να κερδίσει) τον πόλεμο ή η διοίκησή του ήταν απαράσκευη για αυτόν. Ενώ και η Wall Street Journal ήταν επικριτική, επικεντρώνοντας και στα πλήγματα του Ιράν εναντίον των Αμερικάνων, που η κυβέρνηση προσπαθεί να αποσιωπήσει. Ο Τραμπ προέβη αυτοπροσώπως σε ανάρτηση στο Truth Social, το δικό του μέσο κοινωνικής δικτύωσης, αποκαλώντας τες παλιοφυλλάδες, που διαδίδουν ψέματα ενώ ο Μπρένταν Καρ, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών, απείλησε τα ΜΜΕ που μεταδίδουν «παραμορφωτικές εικόνες» για τον πόλεμο, με αναστολή της άδειας λειτουργίας τους. Στην πραγματικότητα πίσω από αυτά τα ΜΜΕ βρίσκονται οι Δημοκρατικοί, που μάλλον διαφωνούν με τον πόλεμο αυτό, αλλά και βρίσκουν και ευκαιρία να χτυπήσουν τον Τραμπ ενόψει ενδιάμεσων εκλογών.
Αν αυτά είναι αναμενόμενα από τους Δημοκρατικούς στη θέση της αντιπολίτευσης, ίσως να μην ήταν τόσο για τους Ρεπουμπλικάνους και την κυβέρνηση. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως και εντός του κυβερνητικού περιβάλλοντος και του κυβερνητικού κόμματος εκφράζονται αντιθέσεις που αφορούν την πολιτική που αφορά ο πόλεμος στο Ιράν και προφανώς έχουν να κάνουν με την κατανόηση της διεθνούς κατάστασης από διάφορα τμήματα των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών.
Ιδιαίτερα εκκωφαντική ως προς αυτό είναι η παρατεταμένη σιωπή του
αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς. Από την έναρξη του πολέμου έχει
απομακρυνθεί από τη δημόσια σφαίρα και δεν έχει κάνει καμία δήλωση
επικρότησης της απόφασης για πόλεμο. Πολλά ΜΜΕ ερμηνεύουν αυτήν τη στάση
ως διαφωνία σε αυτήν και αντιλαμβάνεται κανείς ότι αν συμβαίνει κάτι
τέτοιο για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα σε τόσο υψηλό κλιμάκιο, τότε
σίγουρα πίσω από τον αντιπρόεδρο θα στοιχίζονται και άλλοι παράγοντες
του κόμματος.
Άλλωστε πριν λίγες μέρες παραιτήθηκε και ο επικεφαλής
της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας των ΗΠΑ, Τζόζεφ Κεντ με αιχμές
αποκαλυπτικές για την ένταση που επικρατεί στο εσωτερικό των επιτελείων
του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού: «Το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για
τη χώρα μας και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω
πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό λόμπι του στην Αμερική». Με λίγα
λόγια ακυρώνει τελείως τους ισχυρισμούς του Τραμπ και των στενών του
συνεργατών και αναπαράγει την άποψη περί ενός αδύναμου προέδρου που τον
παίζει στα δάχτυλα ο Νετανιάχου, ίσως κρατώντας τον και με βάση το
σκάνδαλο Έπστιν.
Πάντως και άλλοι παράγοντες είχαν εκφράσει εντονότατες επιφυλάξεις για την πολεμική επιδρομή στο Ιράν. Ένας από αυτούς φέρεται ότι ήταν ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων, που αποτελεί κορυφαίο σύμβουλο του προέδρου για τέτοια ζητήματα. Αναφέρεται ότι είπε «ξέρετε που πάμε να μπλέξουμε;» και ότι θεωρούσε εξαρχής τις πιθανότητες επιτυχίας μιας επέμβασης περιορισμένες.
Όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές η εποχή Τραμπ στον Λευκό οίκο, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη φορά, έθεσε στο προσκήνιο μια κατάσταση οξυμένων εσωτερικών αντιθέσεων σε όλο το φάσμα της αμερικάνικης κοινωνίας και φυσικά εντός των κυρίαρχων κύκλων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αυτή η κατάσταση σαφώς και συνεχίζεται και όσο πιο τυχοδιωκτικές κινήσεις κάνει η διοίκηση Τραμπ, τόσο αυτές διεγείρονται. Φαίνεται ότι το επιτελείο του Τραμπ προχώρησε στην απόφαση για πολεμική επιδρομή εναντίον του Ιράν εν μέσω ισχυρών διαφωνιών, ακόμη και στο στενό περιβάλλον του προέδρου.
Με τον Τραμπ, από την αναβίωση του δόγματος Μονρόε που υποτίθεται ότι επικεντρώνεται στο δυτικό ημισφαίριο ξαφνικά οι Αμερικάνοι βρέθηκαν μπλεγμένοι σε έναν δύσκολο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και φαίνεται να έχουν παγιδευτεί σε μια κατάσταση όπου όποια απόφαση και να πάρουν κάθε φορά, κάνει τα πράγματα χειρότερα για αυτούς από πριν. Είναι πιθανό ότι ο φόβος μιας αποτυχίας ή ενός τέλματος, όπως στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ παλιότερα, πυροδοτεί πολλές από τις διαφωνίες, ειδικά όταν υπάρχουν μεγάλοι αντίπαλοι που καραδοκούν, πρωτίστως η Κίνα, η οποία λίγες μέρες πριν και εν μέσω του πολέμου, προχώρησε σε πρόταση για ειρηνική επανένωση προς την Ταϊβάν με αντάλλαγμα την ενεργειακή της ασφάλεια…
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου