
Τις τελευταίες μέρες, η είδηση του θανάτου της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου πλημμύρισε τις οθόνες μας και επανέφερε στο προσκήνιο το ιδιαίτερα απαιτητικό και ασφυκτικό πλαίσιο της καθημερινότητας χιλιάδων εκπαιδευτικών. Ωστόσο, το επανέφερε με ένα στρεβλό τρόπο παρουσιάζοντας τους μαθητές ως «εγκληματίες» και τους εκπαιδευτικούς παραδομένους «εις τας ορέξεις μιας αδιστάκτου μαθητιώσης νεολαίας». Αυτή τη φορά «στο ρόλο του θύτη» βρέθηκαν οι μαθητές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο ρόλος αυτός έχει αποδοθεί αβασάνιστα στους εκπαιδευτικούς. Πρόκειται για μια πάγια και βολική τακτική για το σύστημα και τους εκπροσώπους του, καθώς με αυτόν τον τρόπο «θολώνουν τα νερά» και ο πραγματικός ένοχος μένει στο απυρόβλητο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από την εικόνα που προσπάθησαν να κατασκευάσουν τεχνηέντως οι διάφοροι «τηλεμαϊντανοί» και «δικαστές του πληκτρολογίου», μίσθαρνα όργανα της εξουσίας, οι οποίοι τώρα «θυμήθηκαν» τα βάσανα των εκπαιδευτικών. Ο «ένοχος» βρέθηκε με συνοπτικές διαδικασίες και μερικοί, σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισαν να αναπολούν τις «παλιές καλές εποχές» όπου η «σάρκα του μαθητή» -για να θυμηθούμε και τα λόγια του Καζαντζάκη- ήταν στην απόλυτη δικαιοδοσία του δασκάλου. Φαίνεται ότι ο «θάνατος πουλάει» και για αρκετούς είναι μια ευκαιρία να προσφέρουν τις προκατασκευασμένες αλήθειες τους μέσα σε ένα δυσώδες πλαίσιο ψευδεπίγραφου δημόσιου διαλόγου.
Εμείς, όμως, από την πλευρά των ανθρώπων που θέλουν ένα πραγματικά δημόσιο και ζωντανό σχολείο, ανοιχτό προς όλα τα παιδιά και κυρίως τα «μη προνομιούχα», οφείλουμε να κάνουμε μια ειλικρινή και ουσιαστική συζήτηση με αφορμή αυτό το δυσάρεστο συμβάν. Κι αυτό σημαίνει να «θέσουμε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» και να αναδείξουμε τη μεγάλη εικόνα και την αβάσταχτη σχολική καθημερινότητα που συνθλίβει εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς. Μια καθημερινότητα, η οποία αποσιωπάται συστηματικά από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, καθώς η ανάδειξή της θα συνεπαγόταν και το καθήκον της προβολής της ανάλγητης εκπαιδευτικής πολιτικής που έχουν υπηρετήσει όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά. Δικό τους «δημιούργημα» είναι το ασφυκτικό-εξοντωτικό πλαίσιο λειτουργίας του δημόσιου σχολείου και ως εκ τούτου τα όποια δυσάρεστα περιστατικά προκύπτουν φέρουν τη δική τους «υπογραφή».
Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ότι τα σχολεία εδώ και πολύ καιρό εκπέμπουν πολλαπλά σήματα κινδύνου. Η δημόσια εκπαίδευση βάλλεται εδώ και καιρό και πρώτα και κύρια οι λειτουργοί της, οι εκπαιδευτικοί. Αυτοί που σηκώνουν καθημερινά τα βάρη της σχολικής καθημερινότητας ωσάν σύγχρονοι «Άτλαντες», συχνά λησμονημένοι και χωρίς καμία στήριξη από το κράτος. Θα το πούμε ορθά-κοφτά και ξάστερα: τα σχολεία λειτουργούν σήμερα χάρη στο φιλότιμο και την υπερπροσπάθεια των εκπαιδευτικών, οι οποίοι κάνουν ό,τι μπορούν για να επιτελέσουν το ούτως ή άλλως δύσκολο και απαιτητικό εκπαιδευτικό τους έργο σε ένα εχθρικό περιβάλλον που έχει καλλιεργήσει το ίδιο το υπουργείο Παιδείας και οι κατά τόπους Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.
Τι να πρωτοπούμε για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κλάδος των εκπαιδευτικών; Να μιλήσουμε για τους εξευτελιστικούς μισθούς τους; Για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, οι οποίοι ενώ καλύπτουν πάγιες ανάγκες λογίζονται ως εκπαιδευτικοί με «μισά δικαιώματα»; Για τις χιλιάδες διώξεις που έχουν υποστεί οι εκπαιδευτικοί επειδή παλεύουν να κρατήσουν όρθιο το δημόσιο σχολείο; Για τους εκπαιδευτικούς που μένουν σε κάμπινγκ ή στα αυτοκίνητά τους γιατί δεν μπορούν να καλύψουν ούτε το στοιχειώδες αγαθό της στέγασης; Για τους «νομάδες εκπαιδευτικούς» σε 4 και 5 σχολεία, οι οποίοι δεν προλαβαίνουν να πάρουν ανάσα και να αναπτύξουν μια ουσιαστική παιδαγωγική σχέση με τους μαθητές τους; Για τις ανύπαρκτες ψυχοκοινωνικές δομές στα σχολεία; Για τους ψυχολόγους και τους κοινωνικούς λειτουργούς, οι οποίοι αντιμετωπίζονται από το υπουργείο ως είδος πολυτελείας; Για τα λύκεια που έχουν μετατραπεί σε «προγυμναστήρια πανελλαδικών εξετάσεων» και ως εκ τούτου έχουν απολέσει τον παιδαγωγικό τους ρόλο; Για σχολεία που, όπως έχει πει και ο Χρήστος Κάτσικας, έχουν μετατραπεί σε ένα «φεστιβάλ ανούσιων δράσεων»;
Και μέσα σε όλα αυτά, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δράσουν σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο αρκετά νοσηρό, όπου η οικονομική κρίση και η εγκληματική διαχείριση της πανδημίας έχει αφήσει ανεξίτηλα το στίγμα της στη σημερινή νεολαία. Και το σχολείο, όπως «ο γιος παίρνει από την μάνα τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά», έτσι και αυτό φέρει τα απαίσια χαρακτηριστικά της «μητέρας κοινωνίας». Μιας κοινωνίας, όπου το βιοτικό επίπεδο καταβαραθρώθηκε, η απαισιοδοξία κυριάρχησε και τα δημόσια αγαθά της υγείας, της πρόνοιας και της παιδείας μπήκαν στην «προκρούστεια κλίνη» των μνημονιακών νόμων. Μιας κοινωνίας όπου ο «νόμος του ισχυρού» βασιλεύει και οι εντάσεις, οι συγκρούσεις και ο άκρατος ατομοκεντρικός ανταγωνισμός δεν αφήνουν χώρο για οποιαδήποτε συλλογική δράση και διεκδίκηση. Μιας κοινωνίας όπου η βία αποτελεί βασικό μηχανισμό κυριαρχίας και αναπαραγωγής της ίδιας της άρχουσας τάξης.
Με βάση το παραπάνω πλαίσιο, τι περιμένουμε άραγε από αυτά τα παιδιά να κάνουν, όταν ζουν σε μια κοινωνία βαθιάς κρίσης, ανισοτήτων, εξαθλίωσης και απαξίωσης του ρόλου του εκπαιδευτικού από το ίδιο το σύστημα; Πριν μιλήσουμε για «παραβατικούς μαθητές» και «δύσκολες περιπτώσεις», ας έχουμε στον νου ότι πρόκειται για παιδιά που έχουν συσσωρεύσει απογοήτευση και οργή μέσα σε ένα κοινωνικό καθεστώς που ναρκοθέτησε το παρόν και υποθήκευσε το μέλλον τους. Μην ξεχνάμε ότι οι σημερινοί έφηβοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, όπου οι κοινωνικές δομές και δεσμοί επλήγησαν βάναυσα. Και αντί, λοιπόν, να ενισχυθεί το δημόσιο σχολείο και να γίνει ένας χώρος δημιουργικής αναφοράς-διεξόδου από την πιεστική καθημερινότητα, ένας χώρος ελπίδας και προοπτικής, το σύστημα έχει κάνει ό,τι μπορεί για να το «ξεδοντιάσει», να το κάνει εχθρικό, ασφυκτικό και ξένο προς τις ανάγκες τους. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: να διαλύσει το ενιαίο δημόσιο και δωρεάν σχολείο και να δημιουργήσει ένα νέο εκπαιδευτικό μοντέλο όπου η γνώση θα είναι προνόμιο των «λίγων και εκλεκτών».
Απέναντι σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί συνεχίζουν να κρατάνε ψηλά τη σημαία της αντίστασης απέναντι στην αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτικής της ΝΔ. Ωστόσο, αυτός ο αγώνας χρειάζεται να πυκνώσει. Να μπουν στις τάξεις του νέοι συνάδελφοι. Να γίνουν τα σχολεία και οι γενικές συνελεύσεις των σωματείων χώροι ανοιχτού-πραγματικού διαλόγου και κέντρα συλλογικής δράσης και διεκδίκησης. Να ενωθεί ο κλάδος πάνω στα καυτά αιτήματα. Είναι καιρός οι παλιοί να θυμηθούν ότι όποιες κατακτήσεις υπήρχαν μέχρι σήμερα ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων και σκληρών απεργιακών αγώνων και να μαθαίνουν οι νεότεροι ότι τίποτα δεν κατακτήθηκε «αβρόχοις ποσί». Ότι αν θέλουν να δουν λίγο καθάριο ουρανό πρέπει να το διεκδικήσουν.
Σε αυτό τον αγώνα, φυσικοί σύμμαχοι είναι οι μαθητές και οι γονείς, καθώς κι αυτοί, όπως και οι εκπαιδευτικοί, είναι θύματα της ίδιας αδυσώπητης πολιτικής, η οποία θα συνεχίζει να μας τσακίζει αν δεν τη σταματήσουμε. Μην περιμένουμε κάποια κυβερνητική εναλλαγή ή τις κυβερνητικές συνδικαλιστικές παρατάξεις να κάνουν τη δουλειά για εμάς. Ας μην έχουμε αυταπάτες∙ αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Να γίνει ο αγώνας δική μας υπόθεση. Να μην αφήσουμε το άδικο να μας κυβερνά. Ας το «πολεμήσουμε όχι με λόγια, μα με έργα και όχι μονάχοι αλλά με τα πλήθη»!
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου